Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΩΝ

7 Θοδωρής Ζαγοράκης (C)


Το ποδοσφαιρο είναι σαν τον πόλεμο.
Όποιος είναι πολύ φρόνιμος, χάνει.

Rinus Michels


Το επόμενο τριήμερο έκρυβε μια σειρά από σημαντικά, ποδοσφαιρικά και μη, γεγονότα που μπέρδεψαν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Το μόνο καθησυχαστικό της όλης υπόθεσης ήταν ότι εμείς είχαμε, για την ώρα, καθαρίσει και προπαντός ότι βρισκόμασταν με το ένα πόδι στους 8 καλύτερους της Ευρώπης, ενώ οι συμπάθειές μου Ιταλία και Αγγλοσάξονες θα είχαν τις κρίσιμες μέρες της δοκιμασίας μπροστά τους κι αυτό με ικανοποιούσε αφάνταστα. Η Πέμπτη εκτός απ’ τα συγχαρητήρια και τα κολακευτικά λόγια στον χώρο της δουλειάς για τον άθλο της Εθνικής, μου επιφύλασσε και μια δυσάρεστη έκπληξη με τη μορφή ενός e-mail που έλυνε το μυστήριο της ενεξήγητης σιωπής του φίλου μου. Η κατάσταση της από καιρό άρρωστης πεθεράς του είχε παρουσιάσει μια απρόοπτη επιδείνωση, μ’ αποτέλεσμα ν’ αναγκαστεί να ματαιώσει τις καλοκαιρινές του διακοπές -τ’ οξυγόνο κάθε έλληνα μετανάστη, στην μητέρα πατρίδα. Ζητούσε συγγνώμη που δεν είχε καταφέρει να επικοινωνήσει μαζί μου το προηγούμενο βράδυ και σκόπευε να εξηγήσει αυτά κι άλλα απόψε στο κενό ανάμεσα στα δύο ματς. Ένοιωσα όλο το βάρος της απογοήτευσής του να με πλακώνει απότομα. Αυτό το 2004 μας είχε φέρει τα πάνω κάτω, δίσεκτο βλέπεις... Ποιος ξέρει τι άλλο μας περίμενε! Η ευφορία της πολύτιμης ισοπαλίας εξανεμίστηκε μονομιάς κι η μέρα μου θα είχε πάει χαράμι αν ο Klaus δεν είχε προσθέσει στο τέλος δύο ακόμη σειρούλες:
«Υ.Γ. Πώς σου φάνηκε το ασημί παπουτσάκι του Χάρι;
Έχε εμπιστοσύνη στα βορειοελλαδίτικα πόδια!»
«Μπορεί να του λείψει η Ελλάδα όχι όμως και το χιούμορ» σκέφτηκα πριν με απορροφήσουν οι ανάγκες του project .

Oί Εγγλέζοι μπήκαν πρώτοι στο «χορό» και συνέχισαν εκεί που είχα σταματήσει με τους Γάλλους. Μόνο που αυτή τη φορά δεν είχαν την απροσπέλαστη «σοκολατί φρουρά» να τους φράζει το δρόμο, αλλά την αφελή άμυνα των «ρολογάδων» που έμοιαζε μ’ ελβετικό τυρί γάλακτος. Έτσι δεν δυσκολεύτηκαν να τους φιλοδωρήσουν με τρία «δυναμωτικά», δύο απ’ τα οποία χρεώθηκαν στον δεκαοκτάχρονο «λύκο» Γουαίυν Ρούνυ. Το πρώτο μάλιστα -από διαγώνια μπαλλιά 30 μέτρων του Μπέκαμ αλά Τσιάρτας, κοντρόλ με το στήθος και πάσσα του Όουεν και τέλειωμα με το κεφάλι απ’ το ύψος της μικρής περιοχής, εκτός απ’ τη εξοργιστική του απλότητα άμειψε τον Βρετανό με τον τίτλο του νεώτερου σκόρερ της διοργάνωσης. Αμέσως τα ΜΜΕ έσπευσαν να μιλήσουν για τον νέο Τζίμμυ Γκρήβς, τον διάδοχο του Γκάρυ Λίνεκερ, μερικοί τόλμησαν να πιάσουν στο στόμα τους ακόμη και τ’ όνομα του βασιληά Πελέ, εκσφενδινίζοντας το image του γεροδεμένου σέντερ φορ στα ύψη. Για να πω την αλήθεια, μπορεί ο μικρός -που μου θυμίζει έντονα τον αντιπαθέστατο σαν άτομο, αλλά ιδιοφυή με τη μπάλλα Γκασκόϊν, να διατηρεί για την ώρα άριστες σχέσεις με τα δίχτυα, αλλά: πρώτον έχει πολύ δρόμο μπροστά του πριν δικαιώσει τη φήμη που βιάζονται να του αποδώσουν οι δημοσιογράφοι και δεύτερον η φάτσα του δεν πρόκειται να κερδίσει ποτέ μια θέση στο ποδοσφαιρικό μου Πάνθεον, όσο συνεχίζει να φοράει την φανέλλα με τα λιοντάρια στο μέρος της καρδιάς. Δεν είχε καλά καλά ακουστεί το σφύριγμα της λήξης όταν κτύπησε το τηλέφωνο ακριβώς στην ώρα του. Τον πρόλαβα πριν βγάλει άχνα:
«Πες μου ότι θες αλλά δεν θέλω ν’ ακούσω λέξη για τον έτσι. Αρκετά με ζοχάδιασε ο μπάσταρδος!» Ο Klaus δεν έχει τίποτα μετοχές στην Εθνική Αγγλίας, αλλά παίρνει το μέρος του γιου του που, το κωλόπαιδο, δηλώνει φανατικός Άγγλος αδιαφορώντας για την σκωτσέζικη καταγωγή του! Απ’ τις πρώτες κουβέντες κατάλαβα ότι παρά την άνετη νίκη «τους» δεν είχε καθόλου διάθεση να μιλήσει. Σχεδόν με το τσιγκέλι του ’βγαζα ένα ένα τα κακά μαντάτα, αλλά το χειρότερο το φύλαγε για το τέλος. Όχι μόνο θα μ’ άφηνε μόνο μου να καρδιοκτυπώ μπρος στη μικρή οθόνη στην καθοριστικής σημασίας γιγαντομαχία μας με τη Ρωσία για να επισκεφθεί, απόλυτα δικαιολογημένα, την κλινήρη πεθερά του, αλλά ακύρωσε και το ραντεβού μας για το Τσεχία-Ολλανδία για να συνοδέψει, τελείως αδικαιολόγητα, τη γυναίκα του στο θέατρο, υποχρέωση που από κακό υπολογισμό είχε τελείως λησμονήσει. Το βραδινό 2-2 πέρασε σχεδόν απαρατήρητο, αφού η μεν Γαλλία, σκιά του παλιού καλού της εαυτού, πάσχιζε επί 95 λέπτα να στρώσει παιχνίδι, η δε Κροατία θα μπορόυσε με λίγη προσοχή να έχει πάρει στο 90´ μια νίκη που θα της επέτρεπε να βλέπει μ’ αξιώσεις τον επόμενο γύρο. Άσε που και τα τέσσερα γκολ της συνάντησης ήταν σε τέτοιο βαθμό προϊόντα τύχης και αδεξιότητας, που αποκλείεται να διεκδικήσουν ιδιαίτερη θέση στον σκληρό δίσκο της μνήμης μου.

Το Σαββατοκύριακο έγνεφε προκλητικά και πριν κλείσω την εργασιακή μου βδομάδα, έκανα αυτό που κάνουν όλοι οι «μπαλαλκοολικοί» σε στιγμές μεγάλου ζορίσματος. Υποσχέθηκα στα υπόλοιπα μέλη του γκρουπ μας, ότι σε περίπρωση πρόκρισης της Ελλάδας στα προημιτελικά θα το γιορτάζαμε με ούζο! Το σκεπτικό ήταν σαφές: Αν περνούσαμε στον επόμενο γύρο, θα ’χανα ένα μπουκάλι του πιο γνωστού ανά την υφήλιο ελληνικού ποτού. Αν πάλι μέναμε τρίτοι, εκτός του ότι θα ’βγαινε αληθινή η πρόβλεψή μου, θα ’ξερα που να πνίξω τον πόνο μου. Όμως και στις δυό περιπτώσεις θα ’χα βρει επιτέλους μια χρήση για το σπίριτο που βρισκόταν σκονισμένο στην αποθήκη τροφίμων μου κι έψαχνε εδώ και χρόνια τον καταναλωτή του. Μετά την προπόνηση με τους πιτσιρικάδες πρόλαβα ίσα ίσα τον Μπατίστα να σφυρίζει το τέλος του αγώνα που βρήκε νικητή τον «ερυθρόλευκο δυναμίτη» εκ Δανίας επί των βορειοανατολικών γειτόνων μας οι οποίοι είχαν απογοητεύσει για μία ακόμη φορά. Το «διπλό πακέτο» των Τόμασσον-Γκρένκγερ είδα αργότερα στις ειδήσεις των οκτώ, όμως το μόνο που μου έμεινε απ’ αυτό το παιχνίδι ήταν το περίεργο νταμαροειδές γήπεδο της Μπράγκα, με τους γυμνούς βράχους αντί για πέταλα -ποιος ξέρει τι σκεφτόταν ο καλλιτέχνης όταν το σχεδίαζε, κάτι σαν το «Ελ Πάσο» της Καλλιθέας προ εικοσαετίας.

Όσοι δεν έκατσαν να δουν το νυχτερινό «έργο» έχασαν στην κυριολεξία την καταπληκτική ερμηνεία του Τζοβάννι Τραπαττόνι στον πάρα πολύ δύσκολο ρόλο του Ιταλού προπονητή. Η συμμετοχή των κόουτς στην εξέλιξη του παιχνιδιού καλύπτει ένα ευρύ φάσμα από ιεροτελεστίες, παντομίμες και γενικά φραστικοσωματικές εκδηλώσεις που κυμαίνεται από το Λομπαvόφσκιο «άγαλμα», μέχρι τον Ρεχαγκέλιο «χορό της μαϊμούς». Παρ’ όλ’ αυτά, είναι ελάχιστοι εκείνοι που μπορούν να συγκριθούν με την υποκριτική δεινότητα του «μίστερ», που κατατάσσεται αδιαφιλονίκητα στους κορυφαίους του είδους! Το άψογο ντύσιμο, οι εκφραστικότατες γκριμάτσες -με το στόμα πάντα ανοιχτό κατά τα τρία τεταρτα, οι γραφικότατες χειρονομίες και γενικά όλη αυτή η θεατρικότητα μοιάζουν να είναι αυθόρμητες, αλλά είναι ρόλοι καλοπροβαρισμένοι και αποτέλεσμα πολυετούς κι επίπονης προσπάθειας, που σε συνδυασμό με την ανάλογη καλλιτεχνική φλέβα, είναι ικανοί να επηρεάσουν και τον πιο δύσπιστο διαιτητή. Ο συμπαθής λοιπόν «καθηγητής» της ανωτάτης ποδοσφαιρικής, κι όχι μόνο, τέχνης ήταν σε πολύ φόρμα, αφού οι «μαθητές» του προηγούντο μέχρι το 85΄ με γκολ από κεφαλιά του Κασσάνο, ώσπου ένας φύσει ασυμβίβαστος του ’κλεψε στο παρά πέντε την παράσταση! Οι Σουηδοί στο δεύτερο μέρος έκλεισαν τους «ατσούρι» στα καρρέ τους, που ξεχνώντας και πάλι ότι ξέρουν να παίξουν το τόπι, περιορίστηκαν -προφανώς κατ’ εντολή του «μαέστρο» με την λευκή κόμμη, στο περιβόητο φρικτό κατενάτσο. Έτσι, σ’ ένα μελέ διαρκείας κι αφού η γροθιά του κατά τ’ άλλα άριστου Μπουφφόν δε βρήκε μπάλλα, ο Ζλάταν ο τρομερός με τα νώτα στραμμένα προς την αντίπαλη εστία και περικυκλωμένος από τέσσερις Ιταλούς, σε μια έξαρση ευρηματικότητας -που μόνο η βαλκανική προέλευσή του δικαιολογεί, προλαμβάνοντας τους πάντες και τα πάντα, έστειλε με το εξωτερικό του δεξιού του παπουτσιού σε στυλ κατατερίστα -ή καλύτερα άλογου που τσινάει, την συνθετική σφαίρα να περάσει ανάμεσα απ’ τ’ οριζόντιο δοκάρι και το κεφάλι του έκπληκτου Βιέρι, κατευθείαν στο πλεκτό των Ιταλών. Η μάσκα του αδικημένου, σαν κλαμένη συμφορά, Τραπαττόνι, το κόλλημα του δείκτη του δεξιού του χεριού στον καρπό του τεντωμένου αριστερόυ και τέλος η προσφυγή στο μπουκαλάκι με τον αγιασμό, εκτός από μια πρόταση για το Όσκαρ ηθοποιίας, δεν στάθηκαν ικανά ν’ ανατρέψουν το πολύ λίγο για την ομάδα του 1-1. Σαν κυνηγημένο αγρίμι βιάστηκε να εξαφανιστεί στις κατακόμβες του σταδίου θέλοντας ν’ αποφύγει την οργή του ιταλόφωνου όχλου. Παρά το προκεχωρημένο της ώρας δεν άντεξα στον πειρασμό ν’ ακούσω τη γνώμη του κολλητού μου για την γκολάρα του «δικού» μας σε μια πολύ σύντομη τηλεφωνική διάλεξη.

Στο σημείο αυτό επιτρέψτε μου μιά μικρή αναφορά στους δυο μεγάλους προταγωνιστες του αγώνα. Ο Ιμπραχίμοβιτς είναι χαρακτηριστική περίπτωση ταλαντούχου ποδοσφαιριστή που προέρχεται από χαμηλά λαϊκα στρώματα κι έμαθε να κλωτσάει στα σοκάκια του Μάλμε. Παρά το άχαρο σουλούπι του (do you know Aντωνιάδης;) διαθέτει άρτια τεχνική κατάρτηση και διακρίνεται τόσο για τον υπέρμετρο ατομισμό του, όσο και για τα πνευματώδη interview του παρά την περιορισμένη σχολική του μόρφωση. Προερχόμενος απ’ την τοπική FF, μεταγράφηκε στον Άγιαξ παίρνοντας την θέση του δικού μας Νίκου Μαχλά και ταυτόχρονα άλλη μια στην καρδιά μου όπως άλλωστε και σ’ εκείνη του Klaus. Στο τελευταίο συνετέλεσε ένα ντοκυμανταίρ[1] για την επιστροφή της σουηδικής ομάδας στην Α΄ κατηγορία, στην οποία έπαιξε βασικό ρόλο ο Ζλάταν. Τον gentleman και πολυταλαντούχο Τραπ με το παρατσούκλι Il Tedesco -ο Γερμανός, τον ήξερα μεν σαν έναν απ’ τους πλέον επιτυχημένους προπονητές στον κόσμο που ’χει σαν χόμπυ την συλλογή τίτλων, αλλά κατά την διάρκεια της θητείας του στην Bundesliga ως κόουτς της Μπάυερν μου δόθηκε η ευκαιρία να σπουδάσω καλύτερα την περίπτωσή του. Δεν είμαι o μόνος σ’ αυτή την χώρα που τον συμπάθησε για τον ακέραιο χαρακτήρα και την ευθύτητά του. Παροιμιώδης έχει μείνει η φράση του: «Ich habe fertig -Τέλειωσα» (αντί του σωστού …bin fertig ) με την οποία έκλεισε μια συνέντευξή του στα Γερμανικά, που όχι μόνο έχει γίνει ανέκδοτο, αλλά διεκδικεί μια θέση στο επίσημο λεξικό DUDEN.

Mια απ’ της κύριες διαφορές μας απ’ τους Γερμανούς είναι ότι σε αντίθεση μ’ εκείνους, εμείς είμαστε άνθρωποι της τελευταίας στιγμής. Κι ενώ δύο μήνες πριν από την έναρξη της Ολυμπιάδας των Αθηνών όλος ο κόσμος κρατούσε την ανάσα του από αγωνία για το αν θα ήμασταν έτοιμοι, οι Τεύτονες έχουν βάλει σαν στόχο τους να βρίσκονται τα πάντα στην εντέλεια δύο χρόνια πριν το εναρκτήριο λάκτισμα του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2006! Ενώ εμείς ζούμε με την αβεβαιότητα του αυτοσχεδιασμού, εκείνοι αναζητούν την σιγουριά του προγραμματισμού. Δε νομίζω ότι πρόκειται αποκλειστικά για θέμα νοοτροπίας, αλλά πως έχει να κάνει και με την υποδομή, που στην περίπτωσή μας παίζει σε χαμηλούς τόνους. Και αν βέβαια αυτοί βασίζονται στην δύναμη της τέλειας μηχανής, οι ρωμιοί είναι «μάστορες» στο να μηχανεύονται τρόπους που θα τους οδηγήσουν στο ποθητό αποτέλεσμα, σύμφωνα πάντα με τον νόμο της ελαχίστης δυνατής προσπάθειας. Η δική μας φύση τρέφεται απ’ το απρόβλεπτο εκεί που οι άλλοι ζητούν την λεγόμενη: Vorentscheidung (κάτι σαν πρώιμο αποτέλεσμα), μια λέξη που σ’ εμάς δεν υπάρχει καν! Γι’ αυτή λοιπόν την πρό(ωρη)-κριση γινόταν ο λόγος στα πρόθυρα του αγώνα τους με την θεωρητικά εύκολη ομάδα της Λετονίας. Οι τρεις βαθμοί ήταν στα χαρτιά κάτι περισσότερο από σίγουροι κι υπολόγιζαν μ’ ένα στραβοπάτημα ενός απ’ τους άλλους δύο στο βραδινό ματς, ώστε να τους αρκεί ένας φτωχός ποντάκος στον τελευταίο αγώνα τους με τους Τσέχους για να βρεθουν στην προημιτελική φάση. Όμως τα παιχνίδια κερδίζονται στον χορτοτάπητα και σε καμιά περίπτωση στον πράσινο πίνακα τακτικής. Έτσι οι «δικοί» μου, λογαριάζοντας χωρίς τον ξενοδόχο, έπεσαν στην παγίδα των παιχτών απ’ τη Βαλτική, που όχι μόνο είχαν λύσεις στις συνεχείς επιθέσεις τους, αλλά με δυο τρεις φαρμακερές κόντρες -κι αν ο διαιτητής δεν έκλεινε τα μάτια σε ανατροπή του Βερπακόφσκις μέσα στην περιοχή, θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν κάνει τη μεγάλη έκπληξη. Δύο σκηνές δεν πρόκειται να ξεχάσω απ’ αυτήν την άκρως απογοητευτική εμφάνιση των «πάντσερ»: Ένα σόλο του δαιμόνιου κεντρικού κυνηγού των Λετονών πάνω απ’ τη μεσαία γραμμή με την συνολική γερμανική άμυνα να τον ακολουθεί σαν ένα μπουλούκι από ασπρόμαυρα κυνηγόσκυλα πίσω από μια βυσσινί αλεπού και μια κεφαλιά-ψαράκι του νέου αποκτήματος της Βρέμης Κλόζε, πέντε μέτρα άουτ μπροστά απ’ το κενό τέρμα του διακριθέντα Κολίνκο. Στην πρώτη, είχα την κραυγή του γκολ στα χείλη και μόνο η ετοιμότητα του Κάαν -αγνοώντας το ξύπνιο πανό των φιλάθλων της αντιπάλου: «Όλλι μη ξεχνάς ότι στην πραγματικότητα κατάγεσαι απ’ τη Λετονία!», τους έσωσε και διασώθηκε κι ο ίδιος, μαζί με τον 21-έτους αριστερό οπισθοφύλακα Λάαμ, απ’ το ναυάγιο της ομάδας του Φέλλερ. Στην δεύτερη, πήρα την προσωπική μου εκδίκηση απ’ τους ιθύνοντες της Βέρντερ για το συστηματικό mobbing του Χαριστέα -παρ’ ότι οι εμφανίσεις του υπόσχονταν μια ακόμη καλύτερη σαιζόν απ’ την δεύτερη, οι οποίοι έσκασαν κάπου 5 εκ. € για να παρουσιάσουν τον «άσφαιρο» πολωνικής καταγωγής Μίροσλαβ, ως μεταγραφή της χρονιάς.
«Καλά να πάθουν! Από τέτοιους ανταγωνιστές δεν έχει να φοβηθεί τίποτα ο Άγγελος» σκέφτηκα γεμάτος ικανοποίηση.

Όταν κατά τις δέκα και μισή άκουσα τη γεμάτη έγνοια φωνή του Klaus απ’ το κινητό στο διάλειμμα του έργου να μου λέει:
«Μη μου πεις πόσα είναι, πες μου μόνο αν δούλεψε το βίντεο...» έκανα μερικά δευτερόλεπτα πριν απαντήσω μ’ ένα ξερό «Ναι». Ο αγώνας που βρισκόταν ήδη στις καθυστερήσεις με είχε τόσο συνεπάρει, που είχα καταπιεί τη γλώσσα μου. Τέτοιο ματς είχα χρόνια να παρακολουθήσω και θα μπορούσα να το κατατάξω άνετα στα πέντε καλύτερα όλων των εποχών σ’ επίπεδο εθνικών ομάδων. Αν ήμουν δημοσιογράφος θα είχα γράψει το ρεπορτάζ μου κάτω απ’ τον τίτλο: «Διαφήμιση του ποδοσφαίρου». Ένα παιχνίδι που τα ’χε όλα: θέαμα, δύναμη, γρήγορες εναλλαγές φάσεων, συναρπαστική εξέλιξη, αγωνία, πλοκή και μια δραματουργία που ήταν ικανή να σε παρασύρει μέχρι την πιο κοντινή καρδιακή κλινική! Η ομάδα με τις πορτοκαλί φανέλες, μια μετεμψύχωση της dream team της δεκαετίας του ‘70, παίζοντας εκεί που της ταιριάζει καλύτερα, δηλαδή στην αντίπαλη περιοχή, με το αριστερό πόδι του Ρόμπεν να «κεντάει», βρέθηκε να προηγείται στο πρώτο εικοσάλεπτο με 2-0 (Χάϊτινχα, Φαν Νίστελροϋ). Αν και το δεύτερο γκολ βαρυνόταν με την αυθαίρετη κι επίμαχη τον τελευταίο καιρό ερμηνεία του παθητικού όφσαιντ -που σχεδόν πάντα μπερδεύει τους θεατες κι εκθέτει τους διαιτητές, σε συνδιασμό με την «ζαβολιά» του Ολλανδού γκολτζή που είχε εκμεταλλευτεί άριστα την ασάφεια του κανονισμού, ξάπλωσα σε πλήρη αγαλλίαση στην πολυθρόνα μου, καθώς όλα έδειχναν ότι η νίκη των «οράνιε» -δηλαδή της ομάδας μου, θα ’ταν θέμα εύρους. Η ικανοποίησή μου μάλιστα πήρε διαστάσεις θριάμβου όταν σκεφτηκα ότι ενώ εγώ είχα μπροστά μου τουλάχιστον ‘70 ακόμη λεπτά μαγευτικής παράστασης, κάποια άλλη ψυχή ταλαιπωριόταν σε λάθος θέαμα!
«Ας πρόσεχε...» σκέφτηκα σηκώνοντας τους ώμους.

Η αισιοδοξία μου είχε φτάσει σε τέτοιο βαθμό που θεώρησα, πολύ εφαλμένα, την μείωση του σκορ απ’ τον Κόλλερ και το δοκάρι του Ντάφιντς όχι σαν κακούς οιωνούς, αλλά απλά σαν ορεκτικό για το β΄ ημίχρονο. Οι ψίλλοι μου μπήκανε όταν ο «ρόμβος» των Γκάλασεκ-Πομπόρσκυ-Νέντβιεντ-Ροσίτσκυ πήρε σιγά-σιγά το τιμόνι στον χώρο του κέντρου στα χέρια του κι έγειρε την πλάστιγγα των επιθέσεων προς την άλλη πλευρά. Ένα ρίγος ανησυχίας με κυρίεψε καθώς ο Αντφοκαάτ για λόγους που μόνο αυτός γνωρίζει, έκανε αλλαγή στο 60΄ τον καλύτερο παίκτη του αγώνα, δημιουργό και των δύο γκολ και μόνιμη απειλή για το τσέχικο τέρμα, Άριαν Ρόμπεν. Έτσι η ισοφάριση ήρθε τελείως φυσιολογικά, ύστερα από ένα αριστουργηματικό συνδιασμό που μ’ άφησε να χάσκω αποσβολωμένος μπρος στην τηλεόραση. Ο δίμετρος Τσέχος κεντρικός κυνηγός, σε ανταπόδοση της ασσίστ του 2-1, έστρωσε με τον ατέλειωτο θώρακά του μια βαθιά μπαλλιά του ξανθού αρχηγού του στον επερχόμενο Μπάρος, που μ’ ένα δεξί βολέ την κάρφωσε σαν σαΐτα στο «Γ» του μάταια εκτιναχθέντα Φαν Ντερ Σαρ, κάνοντας τις γροθιές του κατά τ’ άλλα πράου, ασπρομάλλη Τσέχου προπονητή να τιναχτούν στον αέρα. Τ’ οδυνηρό για την «ομάδα μου» φινάλε, προανήγγειλε μια προειδοποιητική «κανονιά» του περσινού καλύτερου ευρωπαίου ποδοσφαιριστή Πάβελ Νέντβιεντ πολύ έξω απ’ την περιοχή, που τράνταξε την οριζόντια μπάρα του ιπτάμενου Oλλανδου γκολκήπερ. Πριν η καρδιά μου προλάβει να επανέλθει στην θέση της, ένα γωνιακό σουτ του Χάιντς άναγκασε τον θαλασσί «αίλουρο» να πλονζάρει ξανά αποκρούοντας τη μπάλλα στα πόδια του Πομπόρσκυ, που την έσπρωξε βασανιστικά απαλά στον προ κενής εστίας καραδοκούντα Σμίτσερ. Έκλεισα ενστικτωδώς τα μάτια για να μη δω την τελευταία πράξη της τραγωδίας, ενώ το μυαλό μου ξαναγύρισε στον Klaus με την πικρή διαπίστωση ότι αυτός που τελικά είχε διαλέξει λάθος διασκέδαση, δεν ήταν κανένας άλλος από εμένα. Ας πρόσεχα!



[1] Vägen tillbaka - Blådårar 2 (Η επιστροφή-Αυθεντικό γαλάζιο 2) Fredrik Gertten 2002


Aύριο η συνέχεια...

Δεν υπάρχουν σχόλια: