ΠΑΛΙΟΙ ΜΑΣ ΓΝΩΡΙΜΟΙ

6 Άγγελος Μπασινάς


Η Ελλάδα κατέχει τη θέση που υποτίθεται
θα βρισκόταν η Ισπανία.

Zinedine Zidane


Ήθελε κανα δεκάλεπτο να λήξει κι οι «τορρέρος» βρίσκονταν για δεύτερη φορά μπροστά στο σκορ μετά την ελπιδοφόρα ισοφάριση του Κούδα. Ένα ολόκληρο ημίχρονο χωρίς Δομάζο, με τον Κωνσταντίνου να κρατάει το 0-1 με τα δόντια και τη Λεωφόρο να μουρμουρίζει αγανακτισμένα, δεν έτρεφα την παραμικρή αμφιβολία ότι βαδίζαμε ολοταχώς γι’ άλλη μια πικρή ήττα της Εθνικής. Όμως η είσοδος του «κοντού» στην επανάληψη είχε ανεβάσει την απόδοσή μας περιορίζοντας τους Ισπανούς σε σποραδικές, αλλά φαρμακερές αντεπιθέσεις, μία απ’ τις οποίες είχε βρει δυστυχώς το στόχο της. Τότε ακριβώς έλαμψε το άστρο του αρχηγού του «τριφυλλιού» μέσα στο λασπωμένο σαλόνι του. Μ’ ένα άψογο στοπάρισμα μέσα απ’ την περιοχή και με μια κοφτή πιρουέττα 180 μοιρών, ξεφεύγοντας απ’ τον προσωπικό του φρουρό, έστειλε τον πολύ Ιρίμπαρ να μαζέψει το ασπρόμαυρο αντικείμενο απ’ τα δίχτυα του και το κεφάλι μου να περάσει ξυστά απ’ το πολύφωτο της κυρά Μερσίνης, της γειτόνισσας με την μοναδική τηλεόραση στο σπίτι. Χάσαμε μ’ ένα γκολ φάντασμα που ποτέ δεν είδα λόγω τεχνικής βλάβης της ΕΡΤ. Η Weltmeisterschaft της Γερμανίας έσπασε στα μάτια μου σαν αποπλανημένη σαπουνόφουσκα...
Σχεδόν 30 χρόνια αργότερα στο ίδιο αλλά αρκετά ανακαινισμένο γήπεδο και με τον ίδιο αντίπαλο, μια άλλη σαπουνόφουσκα με τα γράμματα «Εuro 2004» λικνίστηκε προκλητικά μπροστά απ’ τα πρεσβυωπικά γυαλιά μου, πριν συνεχίσει το απρόβλεπτο ταξείδι της στο άγνωστο. Μια και μόνο αράδα στην τοπική εφημερίδα ήταν αρκετή να με κάνει ν’ αναπολήσω θλιμμένα τον Μίμη και τους άλλους παιχταράδες της εποχής του:

Griechenland-Spanien 0:2 (Raúl 8΄, Valerón 76΄).

Αν κάποιος μού ’λεγε τότε ότι ακριβώς εννιά μήνες αργότερα η μαντάμ τύχη θα γεννούσε νέες ελπίδες για πρόκριση και μάλιστα μέσα στη Θαραγόθα, θα τον έπαιρνα για τρελλό! Κι όμως, όταν τελείως συμπτωματικά είδα τον Giannakopoulos -σκετη φρίκη ν’ ακούς ξένους ή κρητικούς να προσπαθούν να προφέρουν το κατά τ’ άλλα τόσο απλό όνομα του Στέλιου, σ’ ένα δίλεπτο με συνοπτικά στιγμιότυπα να «ζωγραφίζει» τον Κασίγιας από 30 μέτρα, άρχισα σιγά σιγά να πιστεύω ότι το απατηλό όνειρο μπορεί και να γινόταν πραγματικότητα.

Τετάρτη και Παρασκευή είναι οι μέρες που η αφεντιά μου, εκπληρώνοντας το χρέος της ως πιστού υπηρέτη της σφαιρικής θεάς, αφιερώνει αφιλοκερδώς ένα δίωρο του ελεύθερου χρόνου της στην μύηση νεαρών, 10-12 ετών, επιδόξων μπαλλαδόρων του σωματείου της γειτονιάς FC Alsterbrüder στα μυστικά της μπάλλας. Όλως παραδόξως ενώ οι Γερμανοί εμπιστεύονται το ποδοσφαιρικό τους μέλλον στα φτηνά ελληνικά χέρια, εμείς ξοδεύουμε αστρονομικά ποσά για να φέρουμε Γερμανούς προπονητες. Προ του εμφανούς διλήμματος: «τηλεόραση ή προπόνηση» που προέκυψε λόγω της ταυτόχρονης διαδραμάτισης δύο λίαν σημαντικών γεγονότων, έκλινα βαρεία τη καρδία προς το δεύτερο, μένοντας συνεπής στη βασική αρχή μου, που θέλω να πιστεύω ότι έχω περάσει άλλωστε και στους πιτσιρικάδες: «κάλιο παίχτης παρά θεατής». Η σολομόντια λύση ήταν να προγραμματίσω το βίντεο, κάνοντας το σταυρό μου για να δουλέψει, ώστε να δω έστω και σε κονσέρβα τον αγώνα. Η προπόνηση πάντα είχε μια καταλυτική, όχι απαραίτητα με την θετική σημασία της λέξης, επίδραση στο νευρικό μου σύστημα αφού, λίγο η κίνηση, λίγο το στρεσάρισμα των φωνητικών χορδών, συμβάλλουν τα μέγιστα στην εκτόνωση των επαγγελματικο-οικογενειακών μου προβλημάτων. Κι ενώ την συγκεκριμένη Μεγάλη, για την Ελλάδα, Τετάρτη όλα πήγαιναν ρολόι, καθώς μάζευα τις μπάλλες μετά το διπλό, ένας μικρός ισπανικής καταγωγής μου υπενθύμισε αυτό που με αγωνιώδεις προσπάθειες είχα ως εκείνη τη στιγμή καταφέρει να ρετουσάρω απ’ το μυαλό μου! Η πρώτη μου σκέψη ήταν να του ρίξω πέντε γύρους τιμωρία για να μάθει, αλλά κοιτώντας το ρολόι είδα ότι είχε ακόμη κάπου μισή ώρα ματς κι έτσι προτίμησα καλύτερα να βιαστώ, μήπως και προλάβαινα το τελευταίο εικοσάλεπτο ζωντανό. Τα πέντε λεπτά που έκανα να φτάσω στο σπίτι ήταν σκέτος εφιάλτης. Με το σφιγμό να πιάνει 120, πέρναγα από σενάριο σε σενάριο προσπαθώντας να προμαντέψω το σκορ. Και βέβαια το να κερδίσεις την Ισπανία για δεύτερη συνεχή φορά, όταν μάλιστα λέγεσαι Ελλάδα, σύμφωνα με τους άγραφους ποδοσφαιρικούς νόμους, θεώρησα μάλλον αδύνατο, αλλά μια φτωχή ισοπαλιούλα θα μας πήγαινε γάντι. Αν πάλι οι μνησίκακοι Ίβηρες, θέλοντας να πάρουν το αίμα τους πίσω για 0-1 που τους είχε αναγκάσει να τρέχουν στη Νορβηγία για μπαράζ, μας έριχναν ήδη μια τριάρα; ’Ενα ο Ραούλ, ένα ο ... Απ’ τ’ αδιέξοδο μ’ έβγαλε η φωνή του «μεγάλου» που μόλις έβγαινε βιαστικά για να πάει στο βόλλεϋ:
«1-1, δεν έχει ένα λεπτό που μπήκε το γκολ». Κανονικά έπρεπε να τον φιλήσω, αλλά με τη φόρα που είχα πάρει βρισκόμουν ήδη στο πρώτο όροφο κι έτσι συνέχισα δίχως να κόψω ταχύτητα, αναβάλοντας τα συναισθηματικά σαλιαρίσματα γι’ αργότερα. Ώσπου να ξεκλειδώσω την πόρτα και μέχρι να πιέσω το κουμπί της τηλεόρασης πήγε η καρδιά μου στο σώβρακο! Το πρώτο που είδα, αφού με πολλή ανακούφιση δεν διαπίστωσα αλλαγή στο σκορ, ήταν τον Xοακίν να παιδεύει σαδιστικά τον ταλαίπωρο Φύσσα που ξεφυσούσε σαν ατμομηχανή σ’ ανήφορο. Ευτυχώς οι παίχτες με τις κόκκινες φανέλες παρά τη οπτική υπεροχή τους, υστερούσαν λογω παράδοσης στην τελική ενέργεια, δίνοντας την ευκαιρία στη πολυπρόσωπη λευκή άμυνα να αλληλοκαλύπτεται μ’ επιτυχία. Ήταν εμφανές ότι ενώ εμείς δείχναμε τελείως ικανοποιημένοι με το «Χ» οι αντίπαλοί μας εντείνανε τις προσπάθειές τους για να φτάσουν στη νίκη. Ο Τάκης, πελαγωμένος με το τέμπο και ζαλισμέμος απ’ τα τσαλίμια του δεξιού εξτρέμ των Ισπανών, τον έχασε για πολλοστή φορά αφήνοντάς τον να βγάλει μια σέντρα στο κεφάλι του αφύλαχτου Ελγέρα, που κάρφωσε κυριολεκτικά τη μπάλλα στην αγκαλιά του Νικοπολίδη!
«Μπράβο ρε Αντώνη!» φώναξα περισσότερο για να ηρεμήσω, παρά για να τον παροτρύνω και συνέχισα ψελλίζοντας:
«Πάει κι αυτό, τη γλιτώσαμε...». Ήταν κι η τελευταία σημαντική φάση του παιχνιδιού. Ο βαθμός βόλευε και τις δύο ομάδες που χρειάζονταν μόλις άλλον ένα για να περάσουν στα προημιτελικά αφήνοντας απ’ έξω την οικοδέσποινα του τουρνουά.

Το να βλέπεις ένα ματς ξέροντας τ’ αποτέλεσμα, είναι σα να διαβάζεις αστυνομικό γνωρίζοντας απ’ την αρχή τον δολοφόνο. Το μόνο καλό είναι ότι μπορείς ν’ απολαύσεις τις δύσκολες φάσεις απαλλαγμένος απ’ το άγχος και την αγωνία του live. Έτσι, έβαλα την κασσέττα να γυρίσει στην αρχή και πήγα ν’ ανοίξω μια πορτοκαλλάδα για να με διευκολύνει στην ανάλυση του βίντεο του αγώνα. Το πρώτο εικοσπεντάλεπτο θύμιζε λίγο την πρεμιέρα με τους «φούριας ρόχας» ν’ αλλάζουν φουριόζες πάσσες στο χώρο του κέντρου με σκοπό να μας υπνωτίσουν πριν μας καταφέρουν το τελειωτικό χτύπημα, κι εμας να τους πρεσσάρουμε ακούραστα. Η συνταγή τους αποδείχτηκε αποτελεσματική αφού το κακό δεν άργησε να ’ρθει! Σε μια τελείως ακίνδυνη φάση λίγο έξω απ’ την περιοχή μας, ο Μιχάλης Καψής βρήκε αέρα κι επιχειρώντας να διορθώσει το λάθος του έστρωσε τη μπάλλα στον Ραούλ που με γρήγορο τακουνάκι την γύρισε στον επερχόμενο Φερνάνδο Μοριέντες. Αυτός χωρίς να δυσκολευτεί ιδιαίτερα την έσπρωξε στην απέναντι γωνία παρά τη βουτιά του Νικό, κι έσπευσε να πανηγυρίσει «αεροπορικώς» προς μεγάλη ευχαρίστηση του κοντόχοντρου προπονητή του, αναγκάζοντας αντίθετα τον δικό μας να βυθίσει το κεφάλι στα χέρια. Φαίνεται ότι αυτό περιμέναμε για να ξυπνήσουμε, αφου η λήξη του πρώτου σαρανταπενταλέπτου μας βρήκε να χάνουμε δυο ψιλοευκαιριούλες με τον Βρύζα. Πέρασα το διάλειμμα στο fast forward και το παιχνίδι ξανάρχισε με μια κανονιά του Θοδωρή Ζαγοράκη λίγο άουτ, που έδωσε το σύνθημα για την αντεπίθεση. Ο Όττο το ψυλλίαστηκε φαίνεται κι έριξε στη μάχη το δίδυμο της ισπανικής «Λεγεώνας των Ξένων» Νικολαΐδη-Τσιάρτα αποφασισμένος να χτυπήσει τον αγώνα. Ο έλληνας αρχηγός ξαναδοκίμασε το πόδι του και την αντοχή των γαντιών του Κασίγιας, κι ενώ ήμουν απορροφημένος στην επανάληψη της φάσης οι αντίπαλοί μας βγήκανε με μια μακρινή μπαλλιά στην κόντρα. Ό δαιμόνιος Χοακίν ξέφυγε πάλι απ’ το αριστερού μας μπακ που τον μάρκαρε «με τα μάτια» και σέρβιρε το τόπι στον επερχόμενο αρχηγό του, ο οποίος βρέθηκε ξεχασμένος στο πίσω δοκάρι της εστίας μας. Καθώς ο Ραούλ σηκώθηκε για να μας εκτελέσει απ’ τα πέντε βήματα, αναρωτήθηκα αν δεν είχα όντως κάνει λάθος στο τελικό αποτέλεσμα! Θες από υπερβολικό τακτ για το απρόσμενο δώρο της ελληνικης φιλοξενίας -«Ευχαριστώ δεν θα πάρω», θες από υπέρμετρη δόση υπεροψίας -«Αυτά τα βάζω με κλειστά μάτια!»- κάνοντας κακό υπολογισμό, έστειλε τον Σάεθ να ψάχνει για βάλιουμ και την μπάλλα στους φιλάθλους, προς έκπληξη του γκολκήπερ μας που βολεύτηκε πάλι με τον ρόλο του παρατηρητή. Απορίας άξιον παραμένει ακόμη ποιο ματς έβλεπε η επιτροπή που χάρισε στο «επτάρι» των Ισπανών τον τίτλο του MVP (καλύτερου παίκτη του αγώνα).

Είχ’ αρχίσει ν’ ανησυχώ για το τι είχε απογίνει εκείνη η ρημάδα η ισοφάρισή μας, όταν ο «μάγος» με το νούμερο 10 έβγαλε το μαγικό αριστερό «ραβδάκι», κι εξαπέλυσε μια ψηλοκρεμαστή «φωτοβολίδα» απ’ τη μια άκρη του γηπέδου στην άλλη. Εκεί εμφανίστηκε ως δια μαγείας το ασημένιο αριστερό «γοβάκι» της «Σταχτοπούτας» με το νούμερο 9, που την τρύπωσε με περίσσεια χάρη ανάμεσα απ’ τα πόδια του ισπανού πορτέρο, πριν την στείλει να σκάσει σαν πυροτέχνημα στον ουρανό των δικτύων της εστίας του. Η έκρηξη ήταν εκθαμβωτική κι έβαλε φωτιά στις γαλανόλευκες κερκίδες που μεταδόθηκε ακαριαία μέχρι τον πάγκο μας! Πρώτη φορά έβλεπα τον εξηνταπεντάρη προπονητή μας να χοροπηδάει σα μικρό παιδί και να τα ’χει κυριολεκτικά χαμένα απ’ τη χαρά του, που μέσα σε δευτερόλεπτα μετατράπηκε σ’ ένα χείμαρρο από αγχωμένες χειρονομίες και σφυρίγματα, με τη βοήθεια του ωτίτη του δεξιόυ χεριού, προς τους παραληρούντες παίχτες του. Αργότερα στη συνέντευξη τύπου που μετέδωσε στη γερμανική ARD, μίλησε με τα καλύτερα λογια για την απόδοση όλης της ομάδας και δεν συμμερίστηκε την αισιοδοξία του ρεπόρτερ, τονίζοντας ότι ο βαθμός με την Ρωσία έπρεπε πρώτα να κερδιθεί στο γήπεδο.

Το άλλο ματς της ημέρας είχε ξεχωριστό ενδιαφέρον για μας, αφού η ομάδα που θα έχανε θ’ αποχαιρετούσε το τουρνουά, ενώ μια νίκη των Πορτογάλων μας έδινε το αβαντάζ του μεταξύ μας αγώνα σε περίπτωση ισοβαθμίας. Το είδα σαν ελληνική ταινία μετά από συναρπαστικό θρίλλερ, που ήταν ότι έπρεπε για να χαλαρώσω απόλυτα πριν παω για ύπνο. Μ’ ένα γκολ του Μανίς στην αρχή κι ένα του Ρούι Κόστα στο τέλος, οι «νότιοι» υπέταξαν δίκαια τους «βορείους», σκορπίζοντας χαρά κι ελπίδες στον κόσμο τους, κάνοντάς τον να λησμονήσει μονοκοντυλιά το στραβοπάτημα της πρεμίερας. Τελικά τρία γεγονότα σημάδεψαν τη συνάντηση στο μυαλό μου με μια πικρόξυνη γεύση. Το πρώτο ήταν η μάλλον άδικη αποβολή του Ρώσου τερματοφύλακα Οβτσίνικωφ, που στη προσπάθειά του να προλάβει τον επερχόμενο Παουλέτα, φάνηκε να σταματάει τη μπάλλα με το χέρι εκτός περιοχής. Τα διάφορα replay δεν διαλεύκαναν απόλυτα τη φάση αλλά ένα απ’ αυτά τον έδειξε να τραβάει τον βραχίονα και να στοπάρει με το στήθος. Οι «αρκούδες» στάθηκαν πάλι άτυχες, αφού τέλειωσαν κι αυτό το παιχνίδι με δέκα παίχτες. Το δεύτερο είχει να κάνει με την κουλάτη εμφάνιση με τζηνς και ρέπλικα του Ρώσου μεγαλέμπορα πετρελαίων κι ιδιοκτήτη ποδοσφαιρικών σωματείων Αμπράμοβιτς ανάμεσα στους κοινούς θνητούς, ενέργεια που μου προξένησε καούρες. Ας αντιληφθούν επιτέλους όλοι αυτοί οι κύριοι ότι η θέση τους είναι στις πολυτελείς σουίτες των VIP με χαβιάρι και σαμπάνια κι όχι ανάμεσα στο hot-dog και τη μπυρίτσα του απλού λαουτζίκου, o οποίος θυσιάζει τα μεροκάματα μιας ολόκληρης βδομάδας δουλειάς για να δει και να υποστηρίξει την ομάδα που δικαιωματικά του ανήκει. Κάποτε το γήπεδο ήταν ο μόνος ίσως χώρος που ο εργοδότης (παράγοντας) καθόταν δίπλα στον εργολήπτη (φίλαθλο) δίχως η ταξική διαφορά να ενοχλεί κανένα. Σήμερα οι διεθνείς διαχειριστές του «εμπορεύματος» ποδόσφαίρου πέτυχαν αυτό που είναι εδώ κι αιώνες κανόνας κι ο κοσμάκης το βιώνει καθημερινά στο τραίνο, στο θέατρο, στην αγορά και γενικά σ’ όλες τις φάσεις της ελεύθερης οικονομίας. Το χρήμα παρ’ όλη τη δύναμή του, δεν συντελεί πάντα στη βελτίωση της ποιότητας και δεν φέρνει αναγκαστικά τίτλους. Το πάθιασμα για τη μπάλλα, αυτή η τόσο ζωτική λαϊκή ανάγκη, εξαρτάται άμεσα απ’ την παρουσία και την συμμετοχή του κοινού και μπορεί να επιζήσει και χωρίς την βοήθεια του πλούτου. Τρανταχτό παράδειγμα αποτελεί το FC St.Pauli που παλεύει κάθε σαιζόν να εξασφαλίσει την άδεια συμμετοχής στο πρωτάθλημα και το πετυχαίνει τελικά μόνο λόγω της αμέριστης αφοσίωσης κι οργανωμένης κινητοποίησης των οπαδών του. Οι άνθρωποι είναι ανεξάντλητοι σε πρωτότυπες ιδέες, επινοήσεις και δραστηριότητες για την συγκέντρωση του απαιτούμενου ποσού. Την σαιζόν 2003/04, προκειμένου ν’ αποφύγουν τον αναγκαστικό υποβιβασμό στην ερασιτεχνική Δ΄ κατηγορία, πούλησαν πάνω από 140.000 μπλουζάκια με την επιγραφή: RETTER-σωτήρ, έβγαλαν «κάρτα διαρκείας εφ’ όρου ζωής», μέχρι φόρο στη μπύρα των γειτονικών μπαρ έβαλαν με μόττο: «Κοπανείστε τα για το Pauli!» Αντίθετα ομάδες που στερούνται της αγάπης του κόσμου τους καταλήγουν με μαθηματική ακρίβεια σ’ εκφυλλισμό! Αν δε σας έπεισα, ρωτήστε όποιον επαγγελματία ποδοσφαιριστή θέλετε, τι σημαίνει ν’ αγωνίζεται σε μια καθ’ όλα υπερσύγχρονη αρένα μπρος σ’ άδειες κερκίδες...

Το τρίτο και πιο ανησυχητικό απ’ όλα, ήταν το γεγονός ότι ο Klaus δεν είχε δώσει σημεία ζωής για ένα ολόκληρο εικοστετράωρο, πράγμα που δεν συνηθίζει, ιδιαίτερα μετά από κρίσιμα παιχνίδια. Προτού να οριζοντιωθώ, σκαρφάλωσα στο κρεββάτι των αγοριών κι έδωσα στο «μεγάλο» το φιλάκι που του χρωστούσα απ’ τ’ απόγευμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: