Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

17 Γιώργος Γεωργιάδης


Φεύγοντας να πάω για το κόρνερ, είδα το ρολόι.
Ήταν 14:36. Κι είπα: «ας μπει τώρα».

Τραϊανός Δέλλας


Με τη μπουκιά στο στόμα έτρεξα να προλάβω την έναρξη αλλά, όπως πάντα, έφτασα με μια μικρή καθυστέρηση. Εννοείται ότι οι «κανακάρηδες» ήταν ήδη εκεί έχοντας εμπιστευτεί την μετά δείπνον αγγαρεία στην επιδεξιότητα των γυναικείων χεριών. Γιατί ενώ δεν διακρίνονται για τα ιδιαίτερα πατριωτικά τους αισθήματα προς την κατά το ήμισυ χώρα τους περί τα ποδοσφαιρικά, δείχνουν αντίθετα πλήρη σεβασμό στις πατροπαράδοτες ελληνικές συνήθειες, που θέλουν τους μεν άντρες να βλέπουν μπάλλα στην τηλεόραση, τις δε γυναίκες ν’ ασχολούναι με τη λάντζα. Ε κάτι κληρονόμησαν κι αυτοί απ’ τον πατέρα τους... Το πρώτο πράγμα που είδα φτάνοντας, ήταν τον Νικοπολίδη να διώχνει σε κόρνερ με μια εξαιρετική προσπάθεια στην δεξιά του γωνία, το δυνατό σουτ του διεισδύσαντα Γιανκουλόφσκι, ενώ συμπληρωνόταν μόλις το 5ο λεπτό του ματς.
«Νωρίς αρχίσαμε» μουρμούρισα παίρνοντας κανονικά θέση στην τρίτη σειρά των καθημένων.
«Είχαν και δοκάρι πριν από λίγο» μ’ ενημέρωσε ο «μεγάλος», που στο μεταξύ είχε ξαναβρεί την μιλιά του.
«Καλά ξεμπερδέματα!» σκέφτηκα και συνέχισα: «Ευτυχώς που ο Αντωνάκης ζεστάθηκε κι όλας...», καθώς έγερνα την πλάτη προς τα πίσω τεντώνοντας αναπαυτικά τα πόδια. Όλως παραδόξως ένοιωθα πολύ άνετος δίχως να ’χω την παραμικρή αγωνία για την έκβαση του αγώνα. Σαφώς κι ήθελα να τους πάρουμε, αλλά απ’ την άλλη ήξερα πολύ καλά ότι ανάμεσα στο δικό μου «θέλω» και στο «μπορώ» της Εθνικής, ορθωνόταν μια υπερομάδα 11 αστέρων. Όλος ο κόσμος προεξοφλούσε την ήττα μας -με πρώτους και καλύτερους τα κωλόπαιδα τους γιους μου, κι η τύχη ήταν μέχρι στιγμής κάτι παραπάνω από φιλέλλην. Ως πού θα πήγαινε τέλος πάντων αυτό το βιολί; Κάποτε θα βρίσκαμε κι εμείς το μάστορά μας κι οι συνθήκες εκείνο το βράδυ δεν θα μπορούσαν να ’ταν ευνοϊκότερες για να συμβεί κάτι τέτοιο. Μ’ αυτό το σκεπτικό, θ’ απολάμβανα κι εγώ το ματς κι ότι ήθελε ας γινόταν. Αρκετά μ’ είχαν ταλαιπωρήσει ο ποδαρόδρομος της γυναίκας μου όλη μέρα, η αγωνία στο γυρισμό αν θα προλάβουμε, η ιστορία με τα παιδιά στ’ αυτοκίνητο, το βιαστικό φαΐ... Εε έιχα κι εγώ κάπου το δικαίωμα να δω επί τέλους έναν αγώνα με την ησυχία μου, μακριά απ’ το οικογενειακό στρες!

Μόλις πέρασε το φούντωμα του πρώτου δεκαλέπτου και το σκορ παρέμενε 0-0, άρχισα σιγά σιγά να προσανατολίζομαι μπαίνοντας στο πνεύμα του παιχνιδιού. Τα πρώτα πράγματα που ξεχώρισα ήταν το οικείο σχήμα του Ντραγκάον που μας είχε στεγάσει και στην πρεμιέρα κι η χαρακτηριστική σιλουέττα του φαλακρού κυρίου με τα μαύρα, που αν δεν έκανα λάθος ήταν επίσης παρών στο 2-1 με την Πορτογαλία.
«Περίεργη σύμπτωση,» συλλογίστηκα «λες τα δυο να πηγαίνουν πακέτο;» Θεωρώντας το «δίδυμο» σε συνδυασμό με την ολομπλέ εμφάνιση ως καλό σημάδι συνέχισα τις παρατηρήσεις μου, μια κι ο «μονόλογος» των Τσέχων σταματούσε σχεδόν πάντα λίγο έξω απ’ τη μεγάλη μας περιοχή. Μπροστά οι «θέσεις των επισήμων» ήταν κατειλημμένες από τέσσερις νεαρούς ιθαγενείς που παρακολουθούσαν με τους αγκώνες απουμπισμένους σ’ ένα τραπέζι γεμάτο καφετιά μπουκάλια. Γυρίζοντας το κεφάλι προς τα πίσω, διέκρινα μ’ απορία σε κάποια απόσταση τρεις γεροντότερους μουστακαλήδες να κουτσοπίνουν κοιτάζοντας που και που προς τη μεριά της τηλεόρασης. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή μου ’ρθε στο μυαλό η εικόνα του «γείτονα» που ενώ εγώ έτρεχα για να προλάβω τον αγώνα, εκείνος έπαιζε χαρτιά με τη γυναίκα του με μια ηρεμία που μ’ έκανε ν’ αμφιβάλλω για το αν ήταν πραγματικά Τσέχος. Έβγαλα λοιπόν το συμπέρασμα ότι: ή κάθε τροχόσπιτο και κάθε σκηνή είχε τη δική της τηλεόραση, ή οι ντόπιοι φίλαθλοι δεν ήταν καλύτεροι από μας, αφού δε χάλαγαν καθόλου τη ζαχαρένια τους για χάρη έντεκα εκατομμυριούχων συμπατριωτών τους, που μη έχοντας τίποτα καλύτερο να κάνουν καλοκαιριάτικα πήγαν στην Πορτογαλία για να κηνυγήσουν ένα συνθετικό τόπι. Η κοσμοσυρροή στο κέντρο της Πράγας μου είχε δώσει τη εντύπωση ότι οι Τσέχοι ήταν ποδοσφαιρόφιλοι. Αντίθετα η εικόνα που έβλεπα τριγύρω μου ήταν σκέτη απελπισία, μια κι αριθμητικά τουλάχιστον μας έπαιρνε μέχρι και να τους πάμε κόντρα. Αυτό βέβαια μ’ επιφύλαξη, γιατί έτσι πως είχαν έρθει τα πράγματα δεν ήξερα κατά πόσο θα μπορόυσα να ποντάρω στην υποστήριξη των άλλων δυο αρσενικών της οικογένειας...

Είχ’ αρχίσει να χαλαρώνω επικίνδυνα, όμως ο ψαρομάλλης τερματοφύλακάς μας, φρόντισε με μια του και μόνο ενέργεια να μ’ επαναφέρει σε κατάσταση ετοιμότητας. Σε μια βαθιά μπαλλιά του Γκρυγκέρα, ο πανύψηλος Κόλλερ έπιασε μια περίεργη ψηλοκρεμαστή κεφαλιά που είχε πάρει κατεύθυνση προς το δεξί «Γ» της εστίας μας. Ο Νικοπολίδη, μ’ ένα απερίγραπτο κράμα ψυχραιμίας και τυχοδιωκτισμού συνόδεψε με τα χέρια του την μπάλλα, την άφησε να σκάσει στ’ οριζόντιο δοκάρι και στη συνέχεια την μπλόκαρε μ’ άνεση στην αγκαλιά του, προκαλώντας μια επιτάχυνση της κυκλοφορίας του αίματος των Ελλήνων θεατών.
«Αυτό το παιδί ή έχει τρομερή αυτοπεποίθηση ή δεν έχει καθόλου συναίσθηση του που βρίσκεται!» μουρμούρισα ανάμεσα σε καμιά-δυό βρισιές. «Είπαμε να ξαναπάμε στην Πράγα, αλλά όχι κι έτσι. Τούτος εδώ είναι χειρότερος απ’ τους γιους μου!». Η στιγμιαία έξαψη ήταν ότι έπρεπε για να με βγάλει απ’ τον γλυκό λήθαργο που μ’ είχε για λίγο αδρανοποιήσει. Εγκαταλείποντας την σχεδόν οριζόντια στάση μου που παρά λίγο να με παραδώσει στα κανάλια του ύπνου, ανακάθισα με τη βοήθεια της καρέκλας του μπροστινού μου εντασσόμενος 100% και πάλι στις υπηρεσίες της Εθνικής. Δεν είχε περάσει ένα δεκάλεπτο κι η επόμενη φάση μπροστά στ’ αντίπαλα καρρέ μού ’δωσε το δικαίωμα να ελπίζω ότι κάτι μπορούσαμε να να κάνουμε. Ήταν μια μπαλλιά του αρχηγόυ μας που άνοιγε τον δρόμο στον Φύσσα για να σεντράρει απ’ τ’ αριστερά παράλληλα προς την εστία του Τσεχ. Βλέποντας μπάλλα να ξεφεύγει απ’ τον Τσέχο τερματοφύλακα και τους Βρύζα, Χάρι και Κάτσου να βουτούν με ταχύτατα δίχως όμως να καταφέρουν να τη προλάβουν, χτύπησα με μανία τις παλάμες στα γόνατα.

Σας έχει τύχει ποτέ να σπάτε το κεφάλι σας περνώντας εφιαλτικές νύχτες στην προσπάθεια σας να βρείτε τη λύση κάποιου σοβαρού προβλήματος, που μόλις πάψει να σας απασχολεί να λύνεται ως εκ θαύματος από μόνο του;. Ε αυτό ακριβώς μου συνέβη εκείνο το βράδυ! Μέρες τώρα παιδευόμουνα να βρω το ποιος θα «’πιανε» τον Πάβελ Νέντβιεντ, τον ντριμπλαδόρο μεσοεπιθετικό της Γιουβέντους που έχει το χόμπυ να παιδεύει σαδιστικά τις αντίπαλες άμυνες πριν τις αποτελειώσει. Θα μου πείτε: «Τι κάθεσαι και χολοσκάς για θέματα που δε σ’ αφορούν, προπονητής είσαι;» Μα έλα που εμείς οι φανατικοί έχουμε το βίτσιο να μπαίνουμε και λίγο -ή πολύ, στα χωράφια των τεχνικών και να κάνουμε τον έξυπνο. Είμαστε βλέπεις της γνώμης ότι τα ξέρουμε όλα καλύτερα αναλαμβάνοντας ευθύνες άλλων. Έτσι στην περίπτωσή μας, λίγο μετά το ημίωρο τα πράγματα ξεκαθάρισαν και μάλιστα με τρόπο λίαν τραγικό κι αναπάντεχο. Ο ακούραστος Ροσίτσκυ μετά απ’ ονειρώδη συνδυασμό με τον Πομπόρσκυ θέλησε να τροφοδοτήσει τον αρχηγό του που είχε μπει μ’ αξιώσεις στην περιοχή μας κι είχ’ αρχίσει να γέρνει προς τα μπρος για να βρει τη μπάλλα στον αέρα. Βέβαια ο Κωστής είχε διαφορετική γνώμη και παρεμβάλλοντας το σώμα του προσπάθησε να εμποδίσει τον αντίπαλό του να υλοποιήσει τα σχέδιά του, μ’ αποτέλεσμα να φαει την κλωτσιά που προοριζόταν για την μπάλλα στο «καρδινάλιο». Για την ακρίβεια το γόνατο του «ξανθού» τον βρήκε στον γοφό, μ’ αποτέλεσμα ο παίχτη με τ’ άσπρα να σωριαστεί στο χόρτο σφαδάζοντας απ’ τους πόνους. Όλως παραδόξως το σφαιρικό αντικείμενο μη έχοντας πάρει χαμπάρι για το «δυστύχημα», κύλησε λικνιστικά στον επερχόμενο Γιανκουλόφσκι, που παίρνοντας εκδίκηση για τον «εν μάχη πεσόντα» συμπαίχτη του, το λάκτισε με μένος προς το τέρμα μας. Όλα έδειχναν πως η «κακομαθημένη» θεά θα ’βρισκε επιτέλους την ησυχία της στο δικτυωτό σπίτι μας. Όλα, εκτός απ’ τον μαύρο «γάτο» που με μια ενστικτώδη εκτίναξη πετάχτηκε στην πορεία της δίνοντάς της με τα δάχτυλα κατεύθυνση προς τις διαφημιστικές πινακίδες. Καθώς χάζευα την επανάληψη της φάσης σ’ αργό γύρισμα, ήμουν τελείως πεπεισμένος ότι η προηγούμενη με το δοκάρι οφειλόταν σίγουρα στην οξεία αντίληψη του γκολκήπερ μας και δεν ήταν θέμα αδυναμίας του για τον τζόγο. Δυστυχώς για τους Τσέχους, ο τραυματισμός του αρχηγού τους έμελλε να ’ναι καθοριστικός για την έκβαση του αγώνα, αφού η προσπάθεια αυτοθυσίας του αμυντικού μέσου μας ολοκλήρωσε αθελά της την «προεργασία» του Ολλανδού αμυντικού Χάιτινχα, στέλνοντας ένα απ’ τα ατού του Μπρύκνερ κουτσαίνοντας εκτός αγωνιστικού χώρου. Δεν θυμάμαι πώς ακριβώς ένοιωσα όταν είδα τον Σμίτσερ να μπαίνει αλλαγή, αλλά για να ’μαι ειλικρινής το αίσθημα της ανακούφισης ήταν σαφώς εντονότερο από ’κείνο του οίκτου για τον τραυματία. Δυστυχ μοίρα του χαμένου είναι παντού το ίδιο σκληρή αφού κανείς δεν γυρίζει να τον κοιτάξει... Το ημίχρονο τέλειωσε με τον «σωσία» του Τζωρτζ Κλούνυ στα δίχτυα αντί για τη μπάλλα, στην προσπάθειά του ν’ αποκρούσει μακρινή λόμπα (ποιανού άλλου;) του Γιανκουλόφσκι που τον είχε συλλάβει εκτός θέσεως. Επιτέλους ώρα για ξαλάφρωμα. Επιστρέφοντας απ’ την τουαλέττα διαπίστωσα ότι η μπροστινή τετράδα των θεατών είχ’ εξαφανιστεί.

Η ανάπαυλα μας βρήκε σε πλήρη σύνθεση στο μπαρ να σβήνουμε τη δίψα μας με κάποιο αναψυκτικό ή στην περίπτωση της γυναίκας μου με μια καλοψημένη πιλς. Η εικόνα του ματς στο δεύτερο μέρος δεν άλλαξε ιδιαίτερα, αφού οι «λευκοί» μάταια προσπαθούσαν να μπουν στην περιοχή μας, ενώ εμείς άδικα επιθυμούσαμε να βγούμε απ’ αυτή! Μια κεφαλιά του Τσέχου κεντρικού κυνηγού από κόρνερ κάρφωσε το τόπι στη πλάτη του συμπαίχτη του Μπάρος, αφήνοντας τόσον εκείνους, όσο κι εμένα να χτενίζουμε με τα δάχτυλα και των δυο χεριών τα μαλλιά ή αντίστοιχα την καράφλα προς τα πίσω. Ξαφνικά σε μια ηρωική έξοδο ο Καραγκούνης κέρδισε φάουλ και χτυπώντας το ο ίδιος ανάγκασε τον Πετρ Τσεχ να επέμβει αποτελεσματικά σε γυριστή κεφαλιά του Ζήση. Ένοιωσα ένα ρίγος να με διαπερνά την ώρα που οι ιθαγενείς επέστρεφαν απ’ τη βόλτα τους. Σε φάουλ του Μπασινά απ’ τα δεξιά, Δέλλας και Τσεχ δεν βρήκαν τη μπάλλα, η οποία όμως βρήκε το κρανίο του ανύποπτου, προωθημένου Φύσσα που την είδε έκπληκτος να κυλάει άουτ. Ο αγώνας βρισκόταν στην αποφασιστική του φάση και τα λάθη κι απ’ τις δυο μεριές μαρτυρούσαν ότι η κόπωση είχε κάνει καλά τη δουλειά της. Κάτι αόριστο μου ’λεγε ότι η ομάδα που θα σκόραρε πρώτη θα ‘φτανε στον τελικό. Διαγράφαμε το τελευταίο δεκάλεπτο και το δεκάρι των Τσέχων έδειξε για μια ακόμη φορά την κλάσση του. Μαζεύοντας τη μπάλλα κάπου στον κύκλο της σέντρας, έβαλε σε λειτουργία το «τούρμπο» και νοιώθοντας την ανάσα του Κατσουράνη στην πλάτη του προχώρησε μέχρι την περιοχή, έκανε ένα ταχύτατο διπλό(!) ένα-δύο με τον Κόλλερ σκορπίζοντας πανικό στην Ελληνική οπισθοφυλακή κι είδε μ’ απογοήτευση τον παρτεναίρ του ν’ αστοχεί ανενόχλητος απ’ το σημείο του πέναλτυ σε κενό τέρμα. Το «αχ» της τετράδας απ’ την πρώτη σειρά συνοδεύτηκε με το θόρυβο μπουκαλιών που πέφτουν από ξαφνικό σεισμό. Πριν προλάβω να χωνέψω τι είχε γίνει κι ενώ η Ελλάδα βρισκόταν σε πορεία «πρόσω ολοταχώς», ο μέχρι τότε αλάνθαστος Δέλλας πούλησε επιπόλαια το τόπι, το οποίο έφτασε ευθύς στα μπλε παπούτσια του πρώτου σκόρερ του τουρνουά, που έφυγε σα σίφουνας προς τα γκολπόστ μας. Μια ενοχλητική λεπτομέρεια άρχισε να μου κεντρίζει το μυαλό, υπενθυμίζοντάς μου ότι ο κύριος με την πλούσια κόμη είχε σκοράρει σε κάθε αγώνα. Τον είδα να ταλαιπωρεί με ντρίμπλες και σπρωξιές τον Καψή, να ξεφέυγει μ’ ένα σπάσιμο της μέσης αριστερά απ’ τον Φύσσα και να κοπιάρει κυριολεκτικά τον κατά 15 εκατοστά ψηλότερο αλλά κατά πολύ φτωχότερο σε τρίχες της κεφαλής συνάδελφό του, πριν δοκιμάσει την πικρή γεύση του χόρτου στα χείλη του.
«Άγιο είχαμε Αντωνάκη!» χάιδεψε την ταραγμένη σκέψη μου, τη στιγμή που η παρέα της πρώτης σειράς αποχωρούσε οριστικά, κρίνοντας ότι είχε δει αρκετά για κείνο το βράδυ. Τα επόμενα 7-8 λεπτά έμοιαζαν μ’ αιωνιότητα που με κρατούσε καθηλωμένο σε θέση ετοιμότητας. Το σφύριγμα του Πιερλουίτζι με βρήκε ν’ ανασαίνω βαθιά. Παράταση!


Μια ελαφρά ψύχρα μ’ έκανε ν’ ανατριχιάσω καθώς μου φάνηκε πως ο φωτεινός δίσκος του φεγγαριού από ψηλά μού κλεισε το μάτι με νόημα. Είχαμ’ αντέξει τα 90+4 λεπτά του κανονικού αγώνα και άλλα 30 μας χώριζαν απ’ την λοτταρία των πέναλτυ. Νοιώθοντας κάπως περίεργα αναζήτησα την συντροφιά της γυναίκας μου που ’χε πάει να ξαναγεμίσει το ποτήρι της. Τελείως αυτόματα ο εγκέφαλός μου άρχισε να δουλεύει ψάχνοντας για τυχόν πλεονεκτήματά μας απέναντι στους Τσέχους. Δεν χρειάστηκε να πάω μακριά, μια κι η λέξη «κούραση» με κεφαλαία τα ’χε υπερκαλύψει όλα μ’ ένα παχύ στρώμα απαισιοδοξίας.
«Δε βαριέσαι όλα ή τίποτα» μουρμούρισα περισσότερο για να πω κάτι, παρά γιατί το πίστευα. Η μπάλλα είχ’ αρχίσει να κάνει ήδη τους γύρους της όταν ο Καψής με μιαν έξυπνη τοποθέτηση του κορμιού του ανάγκασε τον δίμετρο αντιπαλό του να τον σπρώξει κάνοντας φάουλ.
«Βάστα καημένε Μιχαλάκη!» του φώναξα δίχως να μπορώ να συγκρατήσω πια τη γλώσσα μου. Το χτύπησε ο Νικοπολίδης σημαδεύοντας το κεφάλι του Χαριστέα κι αυτός με τη σειρά του την έστρωσε σαν πασσαδόρος στον Γιαννακόπουλο που έμπαινε φουριόζος στο ύψος της περιοχής. Ανασηκώθηκα για να βλέπω καλύτερα την ώρα που ο Στέλιος «κάρφωνε» δυνατά με το κούτελο για να δει την προσπάθειά του να κόβεται απ’ το επιτυχημένο ατομικό μπλοκ του Τσέχου γκολκήπερ που είχε βγει έγκαιρα.
«Αν είναι δυνατόν!» ξέσπασα γρυλίζοντας «χάθηκε να περάσει λίγο πιο δίπλα...». Έξαφνα δείχναμε όχι μόνο να ’χουμε περισσότερες δυνάμεις, αλλά να υπερισχύουμε και ψυχικά των αντιπάλων μας. Η είσοδος των Γιαννακόπουλου-Τσιάρτα έδωσε καινούργια ώθηση στην ομάδα που είχε πάρει πλέον το πάνω χέρι. Δευτερόλεπτα αργότερα ο τελευταίος βρήκε ξανά τον Χάρι που με ωραίο άλμα πάσσαρε με τη μία στον Στέλιο, ο οποίος προσπάθησε να κάνει κοντρολ στη γραμμή της μικρής περιοχής.
«Βάλτο ρε!» μου ξέφυγε, καθώς κάποιο πόδι πρόλαβε την τελευταία στιγμή να διώξει όπως όπως. Δε μπορούσα να το πιστέψω. Τους παίζαμε και μάλιστα μετά απο μιάμιση ώρα συνεχούς κυνηγητού της μπάλλας. Οι ευκαιρίες μας διαδέχονταν η μια την άλλη σε πλήρη αντίθεση μ’ εκείνους, καθώς το επιθετικό τους δίδυμο έμοιαζε τελείως υποταγμένο στις «χειροπέδες» που του ’χαν φορέσει οι Καψής-Σεϊταρίδης. Σε θέση μεσαριστερά ο Φύσσας άδειασε τον Μπάρος που μην έχοντας άλλο μέσο να τον σταματήσει, τον κλάδεψε πριν δει τον Ιταλό διαιτητή να τον «κιτρινίζει». Η μπάλλα οδηγημένη απ’ το χρυσό παπουτσί του «δεκαριού» μας σπινάρησε παιχνιδιάρικα πλησιάζοντας την αντίπαλη εστία κι αλλάζοντας δρομολόγιο στην κορφή των μαλλιών του Δέλλα εξοστρακίστηκε στα τεντωμένα χέρια του τερματοφύλακα, που προστάτεψε έτσι ενστικτωδώς τη μύτη του απ’ το οδυνηρό νοκ-άουτ. Σκύλιασα κι έμπηξα τα νύχια μου στα σανίδια της καρέκλας έχοντας πλήρη επίγνωση του ότι καλύτερη ευκαιρία για να καθαρίσουμε το παιχνίδι δεν επρόκειτο να μας δοθεί ξανά. Με το μυαλό κολλημένο στην προηγούμενη φάση και την καρδιά περιβόλι, βάλθηκα να τα «ψέλνω» στην κωλοτύχη που σ’ αυτή την κρίσιμη στιγμή μας είχε γυρίσει άσπλαχνα την πλάτη. Ήμουν μάλιστα τόσο απασχολημένος με με την καπριτσόζα θεά, που σχεδόν έχασα την ωραία μπαλλιά του Κατσουράνη προς τον Χαριστέα, την οποια μόλις πρόφτασε να κόψει ο Ουιφαλούσι με προβολή σε κόρνερ.

Είδα τον Τσιάρτα σε γκρο-πλαν να στήνει μ’ ιδιαίτερη φροντίδα τη Ροτείρο δίπλα στο σημαιάκι και να οπισθοχωρεί έτοιμος για την εκτέλεση. Η επόμενη εικόνα έπιασε το αποφασιστικό βλέμμα του Άγγελου που περίμενε μ’ ανυπομονησία την συνέχεια του παιχνιδιού. Την διαδέχτηκε μια τρίτη, όπου διέκρινα τον ανήσυχο Μπρύκνερ να ξανακάθεται σαν από προαίσθηση στο πάγκο του, πίνοντας μηχανικά μια γουλιά απ’ το πλαστικό μπουκάλι που του κρατούσε συντροφιά καθ’ όλη τη διάρκεια της δοκιμασίας. Ο Βασίλης σκούπισε τον ιδρώτα του μετώπου του κι έγειρε με μεγάλο διασκελισμό προς την καμπυλόγραμμη θεά. Η αλλαγή της κάμερας παρακολούθησε την ασημένια τελεία να κατευθύνεται με ταχύτητα προς το πρώτο δοκάρι, την στιγμή ακριβώς που δυο πεινασμένοι θαλασσί «λύκοι» έπεφταν πάνω σ’ ένα κοπάδι από λευκά «πρόβατα» που έβοσκαν αμέριμνα γύρω απ’ τον κιτρινόμαυρο «τσοπάνο» τους. Πριν πολυκαταλάβω πως, είδα την μπάλλα στα δίχτυα ενώ δυο γαλάζια «αεροπλανάκια» παίρνοντας απότομη στροφή δεξιά ετοιμάζονταν γι’ απογείωση. Τίποτα δε με κράταγε πια στην καρέκλα, αφού ο «κομπιούτερ» μου με πληροφορούσε ότι το «ασημένιο γκολ» που μόλις είχαμε βάλει είχε λάμψη «χρυσού» και σήμαινε τελικό. Ετοιμάστηκα να μιμηθώ τους δύο παίχτες μας κι είχα ήδη ρίξει μια γυροβολιά σε άψογο ζεϊμπέκικο στυλ, όταν μια αυστηρή γυναικεία φωνή από δίπλα πάταξε το ξαφνικό μου «χοροστράτημα» εν τη γενέσει του, υπενθυμίζοντάς μου ότι βρισκόμασταν εκτός έδρας! Μετά την αναγκαστική μου προσγείωση πίσω στην καρέκλα, έστρεψα και πάλι το βλέμμα στην τηλεόραση έχοντας πρώτα βεβαιωθεί ότι κανένας από πίσω δε με πλησίαζε μ‘ απειλητικές διαθέσεις. Τα υπόλοιπα διαδραματίστηκαν σε σούπερ αργή κίνηση κι επί δυο τουλάχιστον ώρες δεν τολμούσα να πιστέψω ότι δεν έβλεπα κάποιο από ’κείνα τ’ απατηλά οράματα της φαντασίας, που ξυπνάς και μένεις με τη χαρά καθώς διαπιστώνεις πως όλα ήταν ένα όνειρο.
Δεν επιχείρησα να βελτιώσω πάλι τον ισχύοντα ορισμό μου για την ευτυχία, μια κι είχαμε τελικό μπροστά μας. Αποφάσισα να περιμένω τρεις μερούλες ακόμη πριν κάνω τη τελική μου δηλωσή, για να μη γίνομαι βαρετός μ’ αναθεωρήσεις αναθεωρήσεων κάθε τρεις και μία. Καθώς οι «στροφές» μου έπεφταν σιγά σιγά στο κανονικό, πλέοντας σε πελάγη σιωπηλής ευτυχίας κατάφερα ν’ αποκρυπτογραφήσω ορισμένα γεγονότα απ’ το έργο που βρισκόταν ακόμη σε πλήρη εξέλιξη πίσω απ’ το θαμπόγυαλο, πριν τα καταχωρήσω για πάντα στη μνήμη μου. Κατ’ αρχήν, ο παίχτης που μας είχε τρελλάνει μ’ ένα ξαφνικό πέταγμα του κεφαλιού σα μαινόμενος ταύρος, επικρατώντας στην «ελληνοτσεχική πάλη» τού αντιπάλου του Μπολφ κι ακούμπώντας τη μπάλλα όσο έπρεπε για να της αλλάξει την πορεία και να την στείλει στην εστία ανάμεσα σ’ ένα δάσος από λευκές φανέλλες, ήταν ο Τραϊανός Δέλλας. Τελικά δεν έχουν άδικο αυτοί που υποστηρίζουν πως κάτι τέτοια ματς κρίνονται στο κεφάλι... Δευτερόλεπτα αργότερα ο Κολλίνα επαλήθευε την υποψία του Ρέεχαγκελ, που είχε υποδεχτεί το ελληνικό τέρμα μ’ ένα συγκρατημένο χαμόγελο και μια διστακτική ανάταση των χεριών, ότι το ματς είχε τελειώσει απαλλάσσοντας τους κεραυνοβολημένους Τσέχους απ’ την αγγαρεία να κάνουν σέντρα. Το μακρόσυρτο σφύριγμά του άνοιγε ταυτόχρονα το φράγμα σ’ ένα καλπάζον «τσουνάμι» από αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα, που κατέκλυσε σε χρόνο μηδέν το γήπεδο αφήνοντας εμφανή τα σημάδια του στον κόσμο. Είναι αδιανόητο τι φοβερό αντίκτυπο μπορεί να ’χει το απλό κύλισμα ενός συνθετικού αεροθαλάμου στο εσωτερικό μιας μακρόστενης «παγίδας» απ’ αλουμίνιο και νάυλον! Κλάμα χαράς απ’ τη μια, δάκρυα θλίψης απ’ την άλλη. Πρόσωπα που αστράφτουν στους μεν, μάσκες οδύνης στους δε. Ανεβασμένοι στα ύψη του Ολύμπου οι δικοί μας, βυθισμένοι στα Τάρταρα του Άδη οι Τσέχοι. Δυο κόσμοι τόσο κοντά και συνάμα τόσο απόμακρα ο ένας απ’ τον άλλο ήταν μάρτυρες μιας και της αυτής αλήθειας, που όλως παραδόξως φάνταζε και για τους δυό σαν ψέμα. Μες στο εσωτερικό μου παραλήρημα, με τους χτύπους τις καρδιάς μου σε ρυθμό ταμ-ταμ, προσπάθησα να μπω έστω και για μια στιγμή στο πετσί των ηττημένων, αισθανόμενος πλήρως το χάος που κρυβόταν πίσω απ’ τ’ άδεια βλέμματα που πλανώνταν απαρηγόρητα στο χόρτο και στις εξέδρες. Έχοντας άπειρες φορές βρεθεί στην ίδια θέση, τους λυπήθηκα με τη γενναιοδωρία που μόνο η σιγουριά του θριάμβου επιτρέπει στους νικητές. Ένα εκδικητικό χαμόγελο ικανοποίησης συνόδεψε μια σύντομη, νοερή επίσκεψή μου στο επίδοξο, επινίκιο πάρτυ της Πράγας, που η ελληνική «ξεροκεφαλιά» είχε ξαφνικά μετατρέψει σ’ επικήδειο. Ταυτόχρονα ήλπιζα, η υπεροψία των γιων μου να χωνέψει καλά το μάθημα που της είχε διδάξει το ανέλπιστο αποτέλεσμα του αγώνα.

Ήταν περασμένες έντεκα και δεν έλεγα να εγκαταλείψω την θέση μου παρ’ όλο που στο βάθος ο ιδιοκτήτης του μπαρ είχε απ’ ώρα σαφώς εκδηλώσει την προθεσή του να κλείσει το μαγαζί και να πάει για ύπνο. Εγώ βέβαια δεν έφευγα όσο υπήρχε ζωντανή σύνδεση με τ’ Οπόρτο σαρώνοντας άπληστα το πολύχρωμο ρεσιτάλ πλάνων, σαν εκείνο του Nικοπολίδη με τον Τσιάρτα στον ώμο, ή του πολύ Κόλλερ να ψάχνει ολομόναχος παρηγοριά στο δοκάρι. Τον Κάρελ να σκύβει με στοργή πάνω απ’ τους συντερτιμμένους παίχτες του, την ώρα που ο Όττο έστρωνε από αμηχανία τα μαλλιά του. Το παράπονο στο πρόσωπο του Γιώργου Καραγκούνη που δεν έπαυε να εκδηλώνει τη χαρά του, παρότι θα ’χανε τον τελικό λόγω δεύτερης κίτρινης κάρτας. Ο Πορτογάλος διευθυντής εικόνας, που ’χα κριτικάρει τόσο άγρια για την απροσεξία του το προηγούμενο βράδυ, μας αποζημίωνε προσφέροντας ό,τι καλύτερο περνούσε απ’ την κονσόλα του! Χασμουρήθηκα βλέποντας διάφορους Τσέχους να παρελαύνουν κατηφείς στην οθόνη δίχως να μπορώ να καταλάβω λέξη και τη στιγμή ακριβώς που ετοιμαζόμουν να την κάνω, είδα τον «ημίθεο» Δέλλα να γεμίζει με την πληθωρική παρουσία του το γυαλί δίπλα σ’ έναν τύπο με μικρόφωνο. Κολλώντας τ’ αφτί μου στο ηχείο ξεχώρισα τα λόγια του ανάμεσα απ’ τη μετάφραση του συγχρονικού διερμηνέα. Στην σημαντικότερη στιγμή της καριέρας του, ο MVP του αγώνα στάθηκε στο ανάστημά του παραμένοντας σεμνός και μετρημένος, ενώ απέδωσε το «δώρο» του σε κάποια ανώτερη δύναμη, δίχως να διευκρινίσει όμως αν εννοούσε εκείνη των 1,97 ή κάποια άλλη ακόμη ψηλότερα.

Πηγαίνοντας ν’ «αποκαθηλώσω» το ταλαιπωρημένο μου κορμί, σήκωσα το κεφάλι προς τη μεριά της σελήνης ανταποδίδοντάς της το κλείσιμο του ματιού. Μου φάνηκε πως μου χαμογέλασε πριν αρχίσει να μικραίνει συνεχώς, μέχρι που πήρε το μέγεθος μεταλλίου. Το κρατούσε με καμάρι πάνω σ’ ένα βελούδινο μαξιλάρι με τα χρώματα της σημαίας μας η ξεναγός που είχα συναντήσει το πρωί. Έσκυψα για να μου το κρεμάσει ευλαβικά με μια δίχρωμη κορδέλλα στο λαιμό, ενώ μου ’σφιγγε με θέρμη το χέρι. Το χάιδεψα με τα δάχτυλα κι άρχισα να το περίεργάζομαι προσπαθώντας να διαβάσω τι έγραφε. Τότε διαπίστωσα ότι έλειπαν τα γυαλιά μου, που παρ’ ότι έφαγα τον τόπο για να τα βρω, είχαν γίνει άφαντα. Έξαφνα ένα εκτυφλώτικό φως που βγήκε απ’ το εσωτερικό του μεταλλικού δίσκου μ’ έκανε να λιποθυμήσω. Ανασηκώνοντας το κεφάλι, χρησιμοποίησα ασυναίσθητα την αναστροφή της παλάμης μου, για να μη με στραβώσει η ακτίνα του ήλιου που έπεφτε από μια χαραμάδα κατευθείαν στα μισόκλειστα μάτια μου. Δίπλα μου το ρολόι έδειχνε δώδεκα παρά είκοσι. «Κρίμα!» σκέφτηκα συνεχίζοντας να ψάχνω για τα γυαλιά μου. «Δεν πρόλαβα να διακρίνω αν ήταν αργυρό ή χρυσό...»

Δεν υπάρχουν σχόλια: