Η ΦΑΝΕΛΛΑ

20 Γιώργος Καραγκούνης

…όλο το έθνος προσκυνά σώβρακα και φανέλλες.

Tζίμης Πανούσης


Το να κυκλοφορεί κανείς δημόσια φορώντας τη φανέλλα της αγαπημένης του ομάδας δεν αποτελεί πια ιδιαίτερο φαινόμενο. Τελευταία έχει γίνει της μόδας, ν’ ανήκει στη γκαρταρόμπα της νεολαίας -κι όχι μόνο, μια ολόκληρη κολλεξιόν από διάφορετικά μπλουζάκια, όχι απαραιτητα της ίδιας ομάδας. Από τότε μάλιστα που ο αριθμός, τ’ όνομα του παίχτη και η διαφήμιση του χορηγού αποτελούν αναπόσπαστο σύνολο, έχει γεμίσει ο κόσμος με λογιών λογιών «Ροναλντίνιο», «Κρέσπο», «Ντελ Πιέρο» κι ένα σωρό άλλους, που καμαρώνουν για τη μάρκα του κινητού, της μπύρας, ή του παυσίπονου που φέρουν στο στήθος. Μια ολόκληρη βιομηχανία ασχολείται με την παραγωγή ρέπλικα για όλα τα πορτοφόλια, αρχίζοντας απ’ τ’ απλησίαστα, για μένα τουλάχιστον, original, μέχρι τις ευτελείς «κόπιες» που κάνουν όμως μια χαρά τη δουλειά τους. Αν σκεφτεί κανείς δε ότι οι ομάδες λανσάρουν κάθε χρόνο και καινούγια εμφάνιση, ενώ οι παίχτες αλλάζουν τις ομάδες σαν τα μπλουζάκια, αυτή η δουλειά έχει ψωμί. Καμιά φορά σκέφτομαι ότι δεν αποκλείεται πίσω απ’ αυτή τη καμπάνια να κρύβονται οι μεγαλοεταιρείες που πληρώνοντας κάποια «μίζα» απολαμβάνουν την καλύτερη διαφήμηση. Αστεία αστεία η ποδοσφαιρική φανέλλα έχει εισχωρήσει βαθιά στη ζωή μας, αν δεν την κανονίζει κιόλας. Ας μη πάμε μακριά, εδώ αρχηγοί κρατών δεν διστάζουν να εμφανιστούν ακόμη και σε εξωγηπεδικούς χώρους με κάποιο κασκώλ αθλητικού σωματίου, ανάλογα με την περίσταση, γύρω απ’ το λαιμό αντί για γραβάτα. Έχετε δει με τι καμάρι ποζάρει ο κάποιας ηλικίας παλαίμαχος Νοτιοαφρικάνος ηγέτης με το τζέρσυ της Εθνικής της χώρας του και πόσο πιο νέος νοιώθει; Σαν παιδάκι δείχνει!

Μετά τον αποκλεισμό τους οι Τσέχοι έβγαλαν την ομάδα τους στο σφυρί. Έτσι ένας «Μπάρος» έπεσε, παρ’ όλο τον τίτλο του πρώτου σκόρερ, απ’ τις 400 Κορώνες[1] στην Πράγα την μέρα του ημιτελικού, στις 180 στα περίχωρα. Ψάχνοντας σ’ ένα Βιετναμέζικο παζάρι -κάτι σαν το δικό μας Μοναστηράκι, ξετρύπωσα ποιον λέτε; Τον περίφημο ξανθό αρχηγό τους μ’ ένα εκατοπενηντάρι! Επί τόπου αγόρασα έναν σε μέγεθος ΧΧL για τον Klaus στο κοκκινάκι του, έτσι για να ’χει κι αυτός ένα μπλουζάκι της προκοπής στο ετήσιο τουρνουά που οργανώνει ο «Σύλλογος Θεραπείας Ναρκομανών», όπου παίρνουμε μέρος με τ’ όνομα: Balkans. Ήμουν μάλιστα πολύ περήφανος για το εύρημά μου, μέχρι που ο «μικρός» ανακάλυψε δυο μέρες αργότερα μια παράγκα που πουλούσαν τους πάντες στην εξευτελιστική τιμή των 120 παρακαλώ! Δίχως να το πολυσκεφτεί λοιπόν, εκμεταλλευόμενος τη μεγάλη ευκαιρία, «χτύπησε» όλη την τριπλέττα του κέντρου: Πομπόρσκυ, Ροσίτσκυ, Νέντβιεντ για τους φίλους του και κράτησε τον γκολτζή με το νούμερο 15 για τον εαυτό του. Τ’ ωραίο δε είναι, ότι δεν τον έβγαλε από πάνω του μέχρι το τέλος των διακοπών! Όσο για το χουβαρνταλίκι, το ’χει κληρονομήσει φαίνεται απ’ τη γιαγιά του, ενώ ο «μεγάλος» είναι τσιγκούναρος σαν τον πατέρα του.

Πάντως η αξία της φανέλλας (και δεν εννοώ μόνο τη χρηματική της αξία) δεν είναι αυτή που ήτανε παλιά. Τότε οι ποδοσφαιριστές έπαιζαν γι’ αυτό το πολύτιμο κομμάτι ύφασμα που τους αντιπροσώπευε πλήρως. Το ίδρωναν, το τιμούσαν και το ’καναν ένα με το σώμα τους. Σήμερα κοιτάνε πως να το ξεφορτωθούνε με την πρώτη ευκαιρία ανεμίζοντάς το πάνω απ’ το κεφάλι ή ανταλλάσσοντάς το μ’ εκείνο του αντιπάλου, τις περισσότερες φορές μάλιστα με τις τσέπες γεμάτες «αργύρια». Ένας Δέδες -γέννημα θρέμμα του ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ, με τον δικέφαλο στην καρδιά ήταν για μένα μισός Δέδες όπως και να το κάνουμε γιατί από μέσα ήταν σίγουρα βαμμένος στα μπλε και κόκκινα. Δυστυχώς στις μέρες μας αυτό που μετράει είναι τα check-book των εφοπλιστών και φυσικά αυτός που ’χει το μεγαλύτερο έχει και την δύναμη της εκλογής. Ευτυχώς που οι διεθνείς ομοσπονδίες δεν έχουν επιτρέψει (ακόμη) τις ελεύθερες μεταγραφές σ’ επίπεδο εθνικών ομάδων, που ’χει και το καλό ότι τα ρέπλικα των διεθνών μπορεί μεν να γίνονται κάποτε ρετρό αλλά από συναισθηματικής πλευράς τουλάχιστον δεν έχουν ημερομηνία λήξης. Δεν θα το πιστέψετε αλλά ο μεγάλος μου γιος έγινε οπαδός της Bayer Leverkusen μόνο και μόνο γιατί ερωτεύτηκε την κατακόκκινη στολή της -με το γνωστό παυσίπονο στη κοιλιά, όταν την πρωτοείδε σε κάποιο κατάστημα αθλητικών ειδών. Το αστείο είναι ότι μαζί του την πάτησα κι εγώ, προσθέτοντας άλλον ένα πονοκέφαλο στην ποδοσφαιρική μου μιζέρια. Λες και το κάνουν επίτηδες για να μας αναγκαζούν να καταφεύγουμε στα προϊόντα της φαρμακοβιονηχανίας τους. Τότε, στα χρόνια μας που να βρεις ρέπλικα! Μόνοι μας τα φτιάχναμε, βοηθούσαν κι οι μανάδες μας λίγο και γινόταν η δουλειά. Aφού οι ίδιοι οι παίχτες είχαν μια αλλαξιά για ολόκληρη τη σαιζόν. Σπάνια αντάλλασσαν φανέλλες κι αυτό μόνο σε ειδικές περιπτώσεις. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι ο Οικονομόπουλος φόραγε το τζέρσυ του Ισπανού συνάδελφού του Ιρίμπαρ ακόμη και στον τελικό του Wembley! Μια απ’ τις ωραιότερες χειρινομίες της διοργάνωσης ήταν η ιδέα του φροντιστή αθλητικού υλικόυ των Γερμανών που μετά τον αποκλεισμό της χώρας του, μόιρασε τις αχρησιμοποίητες φανέλλες της ομάδας στους φιλάθλους σαν αναγνώριση για την υποστήριξή τους.

Όταν μπαίνει κανείς στην πανέμορφη πολή της Κρακοβίας έχει την εντύπωση ότι βρίσκεται σε μι’ άλλη εποχή λες κι ο χρόνος έχει σταματήσει τρεις αιώνες πριν. Τα παλιά καλοδιατηρημένα κτίρια πνιγμένα στο πράσινο απ’ τις αλλέες και τα πάρκα έχουν μια ξεχωριστή αρχοντιά και προδίδουν έλαχιστα τον συνεχή αγώνα του τόπου για ελευθερία και πρόοδο. Όμως η μεγαλύτερη έκπληξη για το επισκέπτη είναι ότι ο άερας της μυρίζει έντονα την δίψα για μάθηση, για κουλτούρα, για τέχνη, καθώς όπου και να πέσει το μάτι δεν μπορεί να ξεφύγει απ’ τα πλοκάμια αυτού του «ιερού τέρατος» που λέγεται πανεπιστήμιο. Μετά από μια σύντομη επίσκεψη στο λόφο Βάβελ με το βασιλικό ανάκτορο και την πανοραμική θέα της παλιάς και νέας πόλης στις όχθες του Βιστούλα -πολωνιστί Wisła εξ ου και τ’ όνομα της γνωστής πολωνικής ομάδας, κατηφορίσαμε για την κεντρική «Πλατεία της Αγοράς». Ένα εύθυμο σμάρι από τουρίστες μας περικύκλωσε παρασύροντάς μας προς στο Δημαρχείο, την εκκλησία της Μαρίας και τ’ άγαλμα του μεγάλου ποιητή Άνταμ Μιτσκιέβιτς. Στο δρόμο ένα υπαίθριο «τσίρκο» από μουσικούς κι αρτίστες αποσπούσε κάθε τόσο την προσοχή μας διεκδικώντας κάποιο χειροκρότημα και λίγα Złoty[2]. Περάσαμε το κλασσικό ελληνικό έστιατοριο με το πρωτότυπο όνομα «Ακρόπολις» κι ετοιμαζόμασταν να μπoύμε στην πλατεία, όταν έξαφνα γυρίζοντας το κεφάλι απ’ την άλλη πλευρά είδα κάτι που ’κανε την καρδιά μου να χτυπήσει σαν καμπάνα. Ήταν ένα εμπορικάκι απ’ αυτά που πουλάνε αναμνηστικά μπλουζάκια και φανέλλες ποδοσφαιριστών. Το μάτι μου σάρωσε βιαστικά τα έγχρωμα T-shirt με τα ξακουστά ονόματα μέσα σε σελοφάν και γλυστρώντας ανάμεσα απ’ τους «Μακάυ» και τους «Τόττι», τους «Ιμπραχίμοβιτς» και τους «Ρομπέρτο Κάρλος» έμεινε επί ώρα καρφωμένο σ’ ένα γαλάζιο πακέτο με τα λευκά μεγάλα γράμματα: CHARISTEAS. Αυτό που εδώ και μια βδομάδα έψαχνα για να βρω σαν τρελλός, ήταν εκεί απεναντί μου και με κοιτούσε προκλητικά σα να μου έλεγε: «Μολών λαβέ!» Έκανα σινιάλο στους άλλους να προχωρήσουν και τρύπωσα μέσα για να διαπιστώσω αν πράγματι δεν ήταν αποτέλεσμα οπτικής απάτης.

«Για δες οι Πολωνοί» σκέφτηκα, «τίποτε δεν τους ξεφεύγει. Τσακάλια!» Το ζήτησα για να το περιεργαστώ από κοντά κι αφού πείστηκα ότι επρόκειτο για μια πολύ καλή απομίμηση της φανέλλας των πρωταθλητών Ευρώπης, ρώτησα αν είχε στο νουμερό μου και πόσο έκανε. Το χέρι μου είχε βουτήξει ήδη το πορτοφόλι, όταν σαν αστραπή πέρασε απ’ το μυαλό μου το μάθημα που μου ’χε διδάξει ο «μικρός» και ζήτησα να μάθω αν είχαν κι άλλα ονόματα. Κατά βάθος ήθελα να κοιτάξω αν το είχαν και πουθενά αλλού φθηνότερα -μη πιαστούμε και κορόιδο, και θεώρησα ότι ένας «Ζαγοράκης» θα μου ταίριαζε καλύτερα, αφού είχαμε ένα κοινό σημείο, μια κι ούτ’ εκείνος, ούτ’ εγώ είχαμε σκοράρει ποτέ για την Εθνική. Η κοπέλλα μου απάντησε αρνητικά, χαιρέτησα και βιάστηκα να βρω τους υπόλοιπους για να τους διηγηθώ για τον «θυσαυρό» που είχα ξετρυπώσει.

Η βόλτα συνεχίστηκε με μόνιππο, που μας έκανε τον γύρο -παρά λίγο να πω του θριάμβου, της παλιάς πολής, αγοράσαμε κεράσια στην λαϊκή αγορά της εβραϊκής συνοικίας Καζίμιεζ με τα γραφικότατα σοκάκια, για να καταλήξουμε στην περιοχή του περίφημου Γκέττο της Κρακοβίας. Η διαδρομή ήταν φοβερά ενδιαφέρουσα και τα συναισθήματα διαδέχονταν το ένα το άλλο σαν σε ταινία του Σπλήλμπεργκ, όμως το μυαλό μου δεν έλεγε να ξεκολλήσει απ’ το θαλασσί ρούχο με το μεγάλο άσπρο 9 στην πλάτη που είχα ανακαλύψει πέντε ώρες πριν. Στο μεταξύ έχοντας βεβαιωθεί ότι ήταν το μοναδικό μέρος που το πουλούσαν, είχ’ αποφασίσει να τα σκάσω και να το κάνω δικό μου.
«Κι αν της τέλειωναν; Αν έχει κλείσει το μαγαζί;» Καθώς ο ήλιος έκανε τις σκιές να μακραίνουν κι ο ουρανός φόραγε τα πορτοκαλί του, ένας κρύος ιδρώτας περιέλουσε το κορμί μου στην ιδέα ότι μπορούσα να χάσω την ευκαιρία της ζωής μου μες απ’ τα χέρια μου. Άρχισα να επιταχύνω το βήμα κάτω απ’ τις διαμαρτυρίες των παιδιών που ήταν στα όρια της κατάρρευσης. Μισή ώρα αργότερα και έχοντας μεταφέρει τη «μικρή» στους ώμους στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής, έστειλα τα γυναικόπαιδα να ψωνίσουν στην περίφημη στοά Σουκιεννίτσε με τις αψίδες, ένω την ίδια ώρα εγώ ντυνόμουν Χαριστέας. Σ’ όλη τη διάρκεια του γυρισμού σκηνοθετούσα στο μυαλό μου την θριαμβευτική μου είσοδο στο γραφείο «εν στολή» και μου ’τρεχαν τα σάλια.

Όταν δυό μέρες αργότερα βγαίνοντας απ’ το προσκύνημά μας στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως του Άουσβιτς είδα ένα τεράστιο εστιατόριο με κάθε λογής λιχουδιές για μικρούς και μεγάλους, ζάρωσα το πρόσωπο μ’ αηδία! Μέχρι τότε πίστευα ότι η «εμπορευματοποίηση» της φανέλλας ήταν ένα εξαιρετικά θλιβερό φανόμενο. Δυστυχώς διαπίστωνα ότι υπήρχαν και χειρότερα. Απ’ τη σύγχρονη μάστιγα του ξεπουλήματος δεν είχε γλιτώσει ούτε η ανθρώπινη αξιοπρέπεια...




[1] Τον Ιούλη του 2004, 1 Ευρώ ισοδυναμούσε με 40 περίπου τσέχικες Κορώνες.
[2] Πολωνική νομισματική μονάδα. Το 2004 1 zł ισοδυναμούσε με 4,7 €.

Δεν υπάρχουν σχόλια: