ΤΟ ΞΕΣΚΑΡΤΑΡΙΣΜΑ

10 Βασίλης Τσιάρτας


Η βαρύτητα που δίνουμε στο ποδόσφαιρό μας
είναι απαράδεκτη. Mόνο με το να κουνάμε
λίγο τον πισινό μας δε γίνεται!

Hans Μayer


Καλύτερη αρχή στη βδομάδα δε μπορούσα να φανταστώ. Καμαρωτός και με το «πράμα» καλά φυλαγμένο στη τσάντα μου, για να μη μας παρεξηγησουν κιόλας, έκανα θριαμβευτική είσοδο στο γραφείο μ’ ένα χαμόγελο που έφτανε ως τ’ αφτιά. Κανονικά είχα όρεξη να ξεσπάσω σε «χουλιγκανισμούς». Να τρέξω, να φωνάξω, να χειρονομήσω και να προσγειωθώ στην καρέκλα μου μετά από ένα τριπλό φλικ-φλακ μ’ ανάποδο σάλτο, αλλά κρατήθηκα και περιορίστηκα σε μια απλή «καλημέρα». Από μέσα μου γλεντούσα την κάθε στιγμή δίχως να δίνω την παραμικρή υπόνοια του ντελίριου που χόρευε στα έγκατα της ψυχής μου. Όχι, δε θα ’κανα το λάθος να ξεσπαθώσω δίνοντας αφορμές για ειρωνικά σχόλια και καυστικές παρατηρήσεις. Σε τελευταία ανάλυση είχαμε προκριθεί στο τσακ και μετά από μια ήττα που είχε ξεσκεπάσει ένα σωρό αδυναμίες μας. Η τακτική μου ήταν σαφής. Θα τους άφηνα να εκδηλωθούν πρώτοι κάνοντας τον ανήξερο και μετά θα τους ανάγκαζα να παραδεχθούν την ανωτερώτητά μας, στη μπάλλα εννοείται, με μια αντεπίθεση διαρκείας, έστω και με τη βοήθεια του «φάρμακου» που είχα φέρει μαζί μου. Όπερ και εγένετο. Το κόλπο έπιασε 100% ενώ παράλληλα είχα μείνει κατάπληκτος από τις θαυματουργές, «δημαγωγικές» ικανότητες του ούζου στην επιβολή της άποψής μου. Η μεγαλύτερη έκπληψη πάντως ήρθε απ’ τη μεριά τού προϊσταμένου μου, που μ’ απείλησε με κυρώσεις αν σε περίπτωση πρόκρισης στούς 4 δεν έκανα εμφάνιση με μπλουζάκι της Εθνικής! Συμφώνησα αμέσως κι ας ήξερα ότι δεν επρόκειτο να εκπληρώσω την υπόσχεσή μου, αφού πρώτον δεν είχα μπλουζάκι και δεύτερον από βδομάδα θα βρισκόμουν σε διακοπές. Περιττό βέβαια ν’ αναφέρω, ότι το πρώτο που έκανα ήταν αφήσω στα κλεφτά, για λίγο τα πλάνα φτερά του διαδικτύου να με παρασύρουν σ’ ένα αχαλίνωτο πέταγμα στο πλουμιστό, παραμυθένιο λαβύρινθο του ηλεκτρονικού τύπου, που έσταζε νέκταρ για τους σύγχρονους άθλους των μοντέρνων θεών του Ολύμπου. Μέσα στο ατίθασο κύμα ενθουσιασμού που είχε ήδη πάρει επικίνδυνες διαστάσεις για το μπόι μας, πολλοί είχαν το θράσος να κάνουν επιλογή ακόμη και του μέλλοντα αντιπάλου μας -απ’ τον β΄ όμιλο, στο στυλ: «Καλύτερα τους Άγγλους για να καθαρίσουμε επιτέλους κάτι ανοιχτούς λογαριασμούς που έχουμε απ’ το 2-2 πριν τρία χρόνια στο Μάντσεστερ!», αγνοώντας όχι μόνο την φοβερή τους φόρμα, αλλά και το γεγονός ότι (σ’ επίσημες αναμετρήσεις) απέναντί τους μετράμε μόλις δύο ισοπαλίες σε έξι αγώνες με 2-12 τέρματα. Ο Έλληνας είναι να μην πάρει αέρα, γιατί έτσι και πάρει άι πιάστονε! Ρίχνοντας μια ματιά στο ρολόι διαπίστωσα με τρόμο ότι ένα ολόκληρο δίωρο είχε εξανεμιστεί ως δια μαγείας χωρίς να το πάρω είδηση, ενώ ένα κάρρο δουλειά περίμενε ανυπόμονα ν’ ασχοληθώ μαζί της. Δευτέρα γαρ...

Το πως θα περνούσα το βράδυ μου ήταν μονόδρομος μια και το Αγγλία-Κροατία ταίριαζε σα γάντι στην ανεβασμένη μου διάθεση, ενώ το Γαλλία-Ελβετία συναγωνιζόταν τουλάχιστον σ’ ενδιαφέρον υπνωτικό χάπι. Η ρέντα μου ξεπέρασε κάθε προσδοκία αφού οι Βαλκάνιοι άνοιξαν το σκορ μόλις στο 5΄ με «τσαμπουκαλίκι» του Κόβατς, αφήνοντάς με να πλέω σε πελάγη απείρου ευτυχίας. Tίποτα δεν προμήνυε ως εκείνη την ώρα την θεομηνία που έμελλε να με παρασύρει στον πάτο του ωκεανού μιάμιση ώρα αργότερα, λες κι ο οξύθυμος Ποσειδώνας ζηλεύοντάς με, θέλησε να διαπιστώσει το μέγεθος της ακατάσχετης κωλοφαρδίας μου με την τρίαινά του. Μια ευτυχία που δεν κράτησε παρπάνω από ένα μισαωράκι, όσο δηλαδή άντεξε και το σλάβικο «κάστρο» στην πολιορκία των «λεοντόκαρδων», πριν καταρρεύσει απ’ τον σφοδρό «βομβαρδισμό» τους. Το πυρόξανθο κεφάλι κείνου του διαβολεμένου Σκόουλς ξεφύτρωσε όπως πάντα εκεί που δεν το σπέρνουν, προκαλώντας το πρώτο ρήγμα στο κροάτικο «τείχος», για να τα διπλασιάσει ακριβώς με τη λήξη του ημιχρόνου μ’ έναν «ακροβολισμό» ποιος άλλος; Σωστά το μαντέψατε, ο «φίλος» μου απ’ το Λίβερπουλ!. Η «άλωση» ολοκληρώθηκε στην επανάληψη με μια «επέλαση» τού ίδιου παίχτη, ενώ την ευθύνη τής «χαριστικής βολής» ανέλαβε ο Λέμπαρντ, δίνοντας στο ενδιάμεσο «τσίμπημα» του Τούντορ διακοσμητικό χαρακτήρα. Αυτό που με χάλασε περισσότερο απ’ όλα βέβαια δεν ήταν τόσο η τεσσάρα, όσο η ταπείνωσή στην οποία με ανάγκασε η φανταστική εμφάνιση των Άγγλων, όχι μόνο να παραδεχτώ την ανωτερότητά τους, άλλα ν’ αρχίσω ν’ ανησυχώ σοβαρά ότι ήταν ικανοί και να το πάρουν. Αυτό το τελευταίο δε, μού ’κοψε τόσο τα πόδια που νοστάλγησα το μπουκαλάκι με το δυνατό αλκοόλ που δυστυχώς βρισκόταν σε ξένα χέρια τη ώρα που εγώ περνούσα μεγάλα ζόρια. Απ’ τη μιζέρια μου μ’ έβγαλε η παρακολούθηση των κυριοτέρων στιγμιοτύπων του άλλου αγώνα που έκρινε και τον αντίπαλό μας στα ημιτελικά. Οι «πετεινοί» δίχως να φορτσάρουν ιδιαίτερα, με μια κεφαλιά του Ζιντάν και δύο υπέροχα γκολ που έφεραν την σφραγίδα: «Ανρύ», είχαν επιβληθεί της Ελβετίας με 3-1 και θα ήταν το επόμενο εμπόδιο της Εθνικής μας στο δρόμο της για τους τέσσερις, αφήνοντας τις δύο ναυτικές υπερδυνάμεις του παρελθόντος να λύσουν τις διαφορές τους επί χερσαίου εδάφους. Κι όμως αυτό που μ’ ευχαρίστησε πιο πολύ απ’ όλα, εκτός του ότι είχαμε αποφύγει την φορμαρισμένη ομάδα του Έρικσσον, ήταν το πανέμορφο πλασέ του πιτσιρικά Γιόχαν Φονλάντεν, με το οποίο αφαίρεσε απ’ τον νέο «νησιώτη» σούπερσταρ το ρεκόρ του μικρότερου σε ηλικία σκόρερ στην ιστορία του Euro!



«Γαλλία!» του είπα με το που σήκωσε το ακουστικό και συνέχισα πριν προλάβει ν’ αρθρώσει λέξη:
«Τι γλυκός παίχτης αυτός ο Τηρρύ Ανρύ!» ρολάροντας με τη γλώσσα τα ρο σαν να ’ταν κουταλιές από μέλι. Δεν του ’λεγα τίποτα καινούργιο, αφού και τ’ αποτελέσματα του ήταν ήδη γνωστά, αλλά εκτός από ένθερμος οπαδός των κρασιών της είναι και λάτρης του ποδοσφαιρικού της στυλ. Άλλος ήταν ο σκοπός μου σ’ αυτή την περίπτωση. Ήθελα μόνο να σπρώξω τη συζήτηση μακριά απ’ τον αχώνευτο «εμπρηστή» των Βαλκανίων μια και δεν είχα καμία όρεξη ν’ ακούσω ούτε τ’ όνομά του!
«Είδες τι γκολ έβαλε; Καλά στο πρώτο απλώς ακούμπησε, αλλά εκείνο το δεύτερο, ήταν φαντασία!» πρόσθεσα δίχως να περιμένω καν ν’ απαντήσει, ενώ ταυτόχρονα στη σκέψη μου άρχισε να ξετυλίγεται σε αργό γύρισμα το σόλο του φραντσέζου «μελαμψού πάνθηρα». Οι κινήσεις του σκέτη απόλαυση! Ένα ρευστό κράμα από βηματισμό μπαλλέτου και καλπασμό αιλουροειδούς έτοιμου να χυθεί στην ανυπεράσπιστη λεία του. Μαζεύοντάς την λίγο κάτω απ’ το κέντρο και αριστερά την έσπρωξε γλυστρώντας με τη χάρη πατινέρ μέχρι τη γωνία της περιοχής, κι από κει μ’ ένα ξαφνικό σπάσιμο της μέσης προς τα δεξιά την έστειλε ν’ αναπαυθεί στο «κλουβί» της, μοιράζοντας ρόλους κομπάρσου στους Ελβετούς «θηριοδαμαστές».
«Και ποιος θα πιάσει τον κύριο;» πέταξε αιφνιδιαστικά κόβοντάς μου τον οίστρο κι επαναφέροντάς με στην πραγματικότητα.
«Οοοο... ο Γιούρκας...» απάντησα προσπαθώντας να κερδίσω χρόνο «...άντε και λίγο ο Κατσουράνης, θα βοηθάνε κι οι υπόλοιποι...». Δεν έδειχνα να τον πείθω και μ’ έναν ελιγμό άλλαξα πάλι το θέμα διατηρώντας όμως την πρωτοβουλία των κινήσεων.
«Που θα το δούμε;» Η σιωπή του διήρκεσε κάμποσα δευτερόλεπτα κάνοντας το αίμα μου να παγώσει.
«Δεν θα το δούμε!» κόντραρε αποφασιστικά. «Την Παρασκευή έχω δυστυχώς ένα σοβαρό επαγγελματικό ραντεβού που προέχει κι αδυνατώ...» και μαλακώνοντας τον τόνο της φωνής του, κάτι που μ’ έκανε να υπονοήσω κάποιες τύψεις συνειδησης «...αλλά τι θα ’λεγες να πάμε την Πέμπτη στον Jürgen για τον πρώτο προημιτελικό; Πορτογαλία-Αγγλία. Δεν είναι κι άσχημο ματσάκι!» Μ’ έθετε προ τετελεσμένου γεγονότος αφού ήταν η τελευταία ευκαιρία μας για μια κοινή εμπειρία απ’ το Εuro 2004. Τα χείλη μου κινήθηκαν μάλλον μηχανικα:
«Όκευ, Πέμπτη στις παρά είκοσι» είπα πριν του ευχηθώ «καληνύχτα», ενώ στο μυαλό μου στριφογύριζαν σαν άγριες μέλισσες ένας σωρός σκοτούρες. Καλά τον Ανρύ θα τον φύλαγαν δύο, και ποιος θα μάρκαρε τον Ζιντάν, τον Πιρές, τον Βιερά, τον Τρεζεγκέ... Μ’ έπιασε μαύρη απελπισία. Για καλό είχαμε προκριθεί; Τον πανικό μου διέκοψε μια ξαφνική σκέψη. Πάνω στον ενθουσιασμό μου είχα ξεχάσει τελείως να ρωτήσω τον Klaus αν υπήρχαν εξελίξεις στο οικογενειακό του δράμα το Σαββατοκύριακο που ήταν εκεί. Ένα αίσθημα ενοχής άρχισε να με πιέζει όλο και πιο δυνατά στους ώμους...
«Αχ ξεμυαλίστρα μπάλλα
μου σάλεψες το νου παλιοκουφάλα!»

Ένα αποτέλεσμα πλανιόταν στο χώρο σα γύπας που ζυγιάζεται πριν πέσει πάνω στο εξουθενωμένο θύμα του για να το αποτελειώσει. 2-2 ήταν η μαγική «εξίσωση» που έκανε το γύρο των αθλητικών στηλών των ΜΜΕ κι ήτανε στο στόμα όλων. Μέχρι κι ο συνάδελφος Uwe, παλαβός με την ποδηλασία, που εσκεμμένα διατηρεί κάποια απόσταση απ’ τις εθιστικές ιδιότητες της μπάλλας, ήταν γνώστης της κατάστασης. Του είχαν κεντρίσει φαίνεται το ενδιαφέρον τ’ «ανώτερα μαθηματικά» που σκαρφίζεται κάθε τόσο η Ευρωπαϊκή Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία περιπλέκοντας τους κανονισμούς πρόκρισης των ομάδων, αφ’ ενός για να παρουσιάζει όλο και κάτι καινούργιο, αφ’ ετέρου για να διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρων του κόσμου. Όπως και να ’χε πάντως το πράμα, αυτή ήταν η λύση του «αινίγνατος» που θα ’φερνε και τους δυο αντιπάλους του σκανδιναβικού ντέρμπυ Δανία-Σουηδία ένα γύρο πιο πέρα, φράζοντας παράλληλα τον δρόμο στη «σκουάντρα ατσούρα». Με μεγάλη μου ανακούφιση διαπίστωσα ότι εδώ δεν ήμουν ο μόνος που αντιπαθεί τον κυνικό τρόπο αντιμετώπισης του παιχνιδιού απ’ τους Ιταλούς που καθορίζεται καθαρά και μόνο απ’ το αποτέλεσμα σε βάρος του θεάματος. Ίσως πάλι να ’ναι ένα είδος αλληλεγγύης μεταξύ των βορείων, αλλά και πριν να «βορειοποιηθώ» το ίδιο σκεφτόμουνα! Μ’ όλο το σεβασμο μου στον σινιόρε Τραπαττόνι, ανάμεσα στο θέατρο και τη μπάλλα διάλεξα εκείνη τη φορά το δεύτερο, όχι από περιέργεια αν θα «κλήρωναν» τα δύο δυάρια, αλλά μάλλον απ’ όσφρηση ότι θα γινόταν δυνατό παιχνίδι. Κι αυτη τη φορά δεν το μετάνιωσα.

Οι χώρες πάνω απ’ τη Βόρεια Θάλασσα ασκούσαν πάντα μια παράξενη γοητειά στο άτομό μου -και μη πάει ο νους σας στον ποδόγυρο, ιδίως λόγω του πάθους τους για τα σπορ και του απίστευτα αμερόληπτου χαρακτήρα τους. Ο τρόπος που αγωνίζονται είναι λιτός κι ευθύς χωρίς πολλά τσαλίμια και γιρλάντες, κάτι που ταιριάζει απόλυτα άλλωστε, τόσο στη νοοτροπία, όσο και στην κουλτούρα τους. Αν σ’ όλ’ αυτά προσθέσουμε και μια άριστη φυσική κατάσταση σαν απόρροια του συνειδητού επαγγελματισμου που τους διακρίνει, έχουμε τη συνταγή της επιτυχίας. Ο αγώνας πήρε γρήγορα χρώμα μ’ ένα «πυροτέχνημα» του Τόμασσον από 20 μέτρα που έπιασε τον Ίσσακσον να χαζεύει. Oι Σουηδοί ανέβασαν στροφές αλλά ο Σέρενσον σε τέλεια συνεργασία με τ’ αλουμινένιο του πλαίσιο δεν τους επέτρεψε να πανηγυρίσουν, πράγμα που αντίθετα έκαναν οι Βούλγαροι στο άλλο ματς με πέναλτυ του Πέτρωφ στην εκπνοή του πρώτου μέρους. Η ανάπαυλα βρήκε τους Ιταλούς εκτός οκτάδας κι εμένα στα πολύ χάι μου αφού περνούσαν τα «φαβορί» μου. Το παιχνίδι ξανάρχισε με ανατροπή του Λάρσσον που έφερε την ισοφάριση με μύτο του ίδιου απ’ τα έντεκα μέτρα, ενώ έριξε βαθμολογικά τη Δανία στην δεύτερη θέση λόγω χειρότερης διαφοράς τερμάρων. Παράλληλα είχαμε εξελίξεις απ’ το Γκιμαράνς. Αιτία ήταν ένα επεισοδιακό τέρμα του Περρόττα μετα από φάση διαρκείας στα καρρέ του Ζντράκωφ, κι ενώ προηγουμένως σε σουτ του Κασσάνο η μπάλλα είχε σκάσει μεςαπ’ τη γραμμή δίχως να καταλογισθεί γκολ. Απ’ τους «ατσούρι» έλειπαν τώρα άλλα δύο για να ισοβαθμήσουν πλήρως με τους «ερυθρόλευκους» και ν’ αφήσουν την πρόκριση στη δικαιοδοσία του συντελεστή της UEFA!

Όμως η ομάδα του Μόρτεν Όλσεν δεν το ’βαλε κάτω, παίρνοντας και πάλι κεφάλι με κοντινό πλασέ του μόνιμου σκόρερ της Γιον Ντάαλ Τόμασσον. Ένα κενό πήρε τη θέση του στομαχιού μου καθώς αν σκόραραν οι Ιταλοί, ήταν η τελευταία φορά που έβλεπα τον Ζλάταν να παίζει. Απέμεναν μόλις 24 λεπτά στους παίχτες με τις «τρεις κορώνες» για το «ματ» που θα τους επέτρεπε να συνεχίσουν στο τουρνουά, κι οι αντίπαλοί τους δεν έδειχναν καθόλου διατεθειμένοι να βοηθήσουν. Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις η τύχη έχει περίεργες διαθέσεις και χαμογελάει συνήθως σ’ αυτούς που κυνηγάνε με πάθος το γκολ, ενώ τιμωρεί εκείνους που αρκούνται μόνο στο να το εμποδίσουν. Άσε που διαλέγει τις πιο απίθανες στιγμές για να κάνει τα κέφια της. Όταν είδα τον Βίλχελμσσον να μπουκάρει με φόρα στην δανέζικη περιοχή βάζοντας πλώρη για τη γραμμή του άουτ, έσφιξα ασυναίσθητα τους βραχίονες της πολυθρόνας μου καθώς το χρονόμετρο έδειχνε 88΄ και κάτι.
«Τελευταία ευκαιρία» είπα από μέσα μου βλέποντας στη χαμηλή του σέντρα να κόβεται απ’ τον τερματοφύλακα, τον Γιόνσον να πιάνει βολέ το ριμπάουντ και στη συνέχεια να εξαφανίζεται κάτω από ένα κίτρινο και μπλε βουνό από πτώματα. Μπίνγκο! 28.000 «Βίκινγκς» στο Οπόρτο ξεκινούσαν ένα τρελλό γλέντι την ώρα που ο Κασσάνο πετύχαινε, κατά τη γνώμη του, το πολύτιμο γκολ της πρόκρισης για την ομάδα του. Τα δάκρυα χαράς έγιναν μέσα σε δευτερόλεπτα σταγόνες χολής στα χείλη του άμοιρου σκόρερ, ενώ το επίτευγμά του εξανεμίστηκε μονομιάς, καταντώντας απλή στατιστική λεπτομέρεια. Το ειδύλλιο του «μαέστρο» με την εθνική ομάδα της χώρας του βρισκόταν στα τελευταία του, «εμπλουτίζοντας» το βιογραφικό του σημείωμα με τον χαρακτηρισμό «τέως».

Το προτελευταίο ζευγάρι των ημιτελικών είχε πάρει υπόσταση στα ονόματα της Δανίας με την Τσεχία κι απέμενε μόνο ο αντίπαλος των Σουηδών. Θεωρητικά μέχρι κι οι Λετονοί είχαν πιθανότητες να περάσουν ξεπερνώντας πρώτα τον «σκόπελο» της Ολλανδίας, αλλά το ζήτημα που ανέβαζε τον πυρετό των εδώ, ήταν η αναμέτρησή τους με την πρωτοπόρο του ομίλου Τσεχία. Τα ντόπια ΜΜΕ είχαν ήδη προετοιμάσει το έδαφος ποντάροντας στο γεγονός ότι ο Μπρύκνερ, θέλοντας να ξεκουράσει τους διεθνείς του, θα έδινε μια ευκαιρία στις ρεζέρβες του ν’ αποδείξουν τις ικανότητές τους. Έτσι ο πονοκέφαλος των Γερμανών δημοσιογράφων έμοιαζε να ’ναι πλέον ο Χένρικ Λάρσσον κι όχι ο μέτριος Μάρεκ Χάιντς που δεν είχε καταφέρει να στεριώσει πόδι ούτε στον πολύ πεσμένο HSV! Η αφεντιά μου έκανε την πάπια και παρακολουθούσε την όλη αναταραχή με πολύ ενδιαφέρον, κρατώντας παράλληλα τις αποστάσεις που επέβαλαν οι συνθήκες. Δεν υπάρχει ωραιότερο αίσθημα από το να βλέπεις τους «ανταγωνιστές» σου από θέση ισχύος και τέτοιες ευκαιρίες δεν δίνονται κάθε μέρα. Απολάμβανα λοιπόν σιωπηρά όλο το χρονικό της αναμέτρησης με την ηρεμία τού αθλητή που έχοντας υπερβεί το απαιτούμενο όριο, παρακολουθεί τους αντιπάλους του να ιδρώνουν πριν απ’ την τρίτη και τελευταία προσπάθεια. Καθώς η ώρα της έναρξης του ματς πλησίαζε, στη φανατσία μου ξαναζωντάνευαν σε συνεχή επανάληψη τα κλιπ από την «τσακπινιά» του Πανένκα με την τότε Τσεχοσλοβακία το ‘76 στο Βελιγράδι, μέχρι το Χρυσό Γκολ του Μπήρχοφ το ‘96 στο Wembley.

Άνοιξα την τηλεόραση με καθυστέρηση 25 λεπτών, λόγω μαθήματος Αγγλικών με το «μεγάλο», αρκετή για να χάσω στο τσακ -συνεχίζοντας τη μέχρι στιγμής γκαντεμιά μου, το εκπληκτικό αριστερό ντρόπ-κικ του Μίχιαελ Μπάλλακ στο αριστερό «Γ» της τσέχικης εστίας, που εξασφάλιζε στη Nationalelf μια θέση στους οκτώ. Αυτή ήταν και η τελευταία ευτυχισμένη στιγμή της ομάδας που εδώ και πενήντα χρόνια έχει κλείσει συμβόλαιο διαρκείας με την τύχη. Ένα δραματικό δεκάλεπτο στάθηκε αρκετό για να προκαλέσει ραγδαίες ανακατατάξεις, τόσο στον βαθμολογικό πίνακα, όσο και στα κέφια μου. Την αρχή έκανε η Ολλανδία με τραβηγμένο πέναλτυ του Φαν Νίστελροϋ, ξαναβάζοντας υποψηφιότητα για την πρόκριση, κι ελπίζοντας σε κάποιο γλίστρημα της αιώνιας αντιπάλου της που δεν άργησε να ’ρθει. Ο «ακατάλληλος» για την Βundesliga Χάιντς κέρδισε φάουλ καμιά εικοσπενταριά μέτρα έξω απ’ την περιοχή του Κάαν και δεξιά. Το εκτέλεσε ο ίδιος σημαδεύοντας μ’ ένα αριστοτεχνικό αριστερό εσωτερικό φάλτσο το ανοιχτό «παραθυράκι» του Γερμανού τερματοφύλακα που έσκασε δίπλα στο δοκάρι του σαν ταχυδρομικός σάκκος γεμάτος αρνητικές απαντήσεις στην αίτηση πρόκρισης. Δε ξέρω πως ακριβώς αισθάνθηκε ο Τσέχος επιθετικός, αλλά μπορώ να φανταστώ τι ένοιωσαν κάπου 25 εκατομμύρια ανοιχτά στόματα που έχασκαν σα χαμένα μπροστά στο θαμπόγυαλο. Στο ημίχρονο ο φωτεινός πίνακας του γηπέδου της Μπράγκα έδειχνε 2-0, ενώ εκείνος της Λισσαβώνας είχε σκαλώσει στο 1-1. Ο Φέλλερ άφησε τα προσχήματα κι έριξε στον αγώνα τον «ανήλικο» Ποντόλσκι ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την επίθεσή του. Η μπάλλα δεν έλεγε ν’ απομακρυνθεί απ’ τα καρρέ των «κοκκίνων» καθώς τα γιουρούσια των «λευκών» γίνονταν όλο και πιο λυσσαλέα. Όμως ο αναπληρωματικός γκολκήπερ Γιάρομιρ Μπλάζεκ είχε «κατεβάσει τα ρολλά» κάνοντας το παιχνίδι της ζωής του! Παρ’ όλ’ αυτά το γκολ που έκρινε το ματς και καθόρισε τον αντίπαλο της Σουηδίας μπήκε στο 77΄. Σε μπαλλιά-τρύπα του Χάιντς (μήπως σας θυμίζει τίποτα τ’ όνομα;) ο αέρινος «σκιέρ» Μπάρος μετέτρεψε τους Βερνς-Νόβοτνυ σε σημαδούρες σλάλομ, έπαιξε τέλεια το ένα-δύο με τον Κάαν(!) και πλάσαρε την Ολλανδία στον επόμενο γύρο, αφήνοντας τους Γερμανούς με τη θλιβερή διαπίστωση ότι: «ένας Μπάλλακ δεν φέρνει την άνοιξη[1]». Κι αυτό απέναντι σε μια ομάδα με 9 αναπληρωματικούς στη συνθεσή της! Αν θέλετε τη γνώμη μου, ο δημοφιλής Ρούντι δεν είχε τα κότσια να κάνει ριζική ανανέωση στην μάλλον «ηλικιωμένη» ομάδα του, μ’ αποτέλασμα, ενώ είχε πάρει την δεύτερη θέση στο ΠΚ του 2002, να μη καταφέρει να περάσει στην δεύτερη φάση του Εuro. Ο πρόωρος αποκλεισμός της Εθνικής ισοδυναμεί για του Γερμανούς μ’ εθνική συμφορά, μεγαλύτερη απ’ την οικονομική κρίση, την άνοδο της ανεργίας, ή τις πλημμύρες του 2002 και συνοδεύεται πάντα με τις γνωστές συνέπειες για την τεχνική ηγεσία της. Αναλαμβάνοντας τις ευθύνες του για την απαράδεκτη εικόνα της Nationalmannschaft ο Φέλλερ είχε τουλάχιστον το θάρρος ν’ ανακοινώσει την παραίτησή του κατά την διάρκεια πρες-κόνφερενς μια μέρα μετά τον αγώνα, προλαβαίνοντας την απαίτηση απ’ τις «Σαλώμες» των μίντια να δουν «την κεφαλήν του επί πίνακι». Το γεγονός πυροδότησε μια ατέλειωτη κινητοποίηση εύρεσης προπονητή που απασχόλησε τους Γερμανους γι’ αρκετό καιρό, οι συνέπειες της οποίας έφτασαν μέχρι τα χωρικά μας ύδατα.

Η επόμενη μέρα θύμιζε λίγο 12η Σεπτέμβρη 2001, απ’ τους πικρόχολους πηχυαίους τίτλους της γνωστης εφημερίδας με τα τέσσερα μεγάλα γράμματα και τα κατσούφιασμένα πρόσωπα στον υπόγειο, μέχρι την έκδηλη απογοήτευση και τον ειρωνικό αυτοσαρκασμό των συναδέλφων στη δουλειά. Μόνο η γραμματέας έμοιαζε να μην συμμερίζεται την γενική κατάθλιψη διατηρώντας ακέραιο το χαμόγελό της. Ήταν η μοναδική που με τις προβλέψεις της είχε σπάσει το τζακ-ποτ στο παιχνίδι των προγνωστικών!



[1] Αποδίδεται, μετξύ άλλων και στον τότε Έλληνα πρωθυπουργό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: